Η Παναγία Σουμελά στους αιώνες


Η Παναγία Σουμελά είναι ένα μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού. Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς. Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας. Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους. Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου. H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος Α΄ Kομνηνός (1332-1340). Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄». Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες. H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.

Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα. Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού. Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Iσμέτ Iνονού επισκέφτηκε την Aθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Oκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος». H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των δεκαπέντε Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:

Eμέν Kρωμναίτε λένε με

Kανέναν κι φογούμαι.

Ση Σουμελάς την Παναγιάν

θα πάγω στεφανούμαι!»

Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά της Βέροιας.

Χιλιάδες Πόντιοι συρρέουν στην Παναγία Σουμελά


Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, βρίσκεται το πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού, η Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά. Μια ιστορία, μια παράδοση και ένας θρύλος αγκαλιάζουν το σύμβολο του Πόντου, την Παναγία Σουμελά. Ήταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς αυτός που χάραξε τη μορφή της Παναγίας πάνω σε ξύλο. Η εικόνα της Σουμελά, βρέθηκε μετά το θάνατο του Λουκά στην Αθήνα και για αυτό το λόγο, αρχικά είχε ονομαστεί ως η Παναγία η Αθηνιώτισσα. Στο τέλος του 4ου αιώνα (380- 386) ιδρύθηκε στο όρος Μελά της Τραπεζούντας, το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο (κατά κόσμο Βασίλειος και Σωτήρχος, θείος και ανιψιός, κάτοικοι και οι δυο Αθηνών). Με μοναδικά εφόδια την πίστη, την επιμονή και την εργατικότητα, οι δυο ερημίτες μοναχοί, κατόρθωσαν να χτίσουν την εκκλησία της Σουμελιώτισσας, σκαλιστή μέσα στο βουνό. Από τότε έγινε γνωστή ως ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ (Εις του Μελά-στου Μελά-Σουμελά). Μέχρι το 1922, υπήρξε ο οδηγός, ο παρηγορητής, ο συμπαραστάτης, το καταφύγιο και ο εμψυχωτής των Ελληνοποντίων. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας, καθώς και της αναζωπύρωσης της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των πιστών. Ο αναπάντεχος ξεριζωμός, ερήμωσε μαζί με τον αλησμόνητο Πόντο και τη Βίγλα της Σουμελιώτισσας. Με την ανταλλαγή, τα ιερά κειμήλια παραχωρήθηκαν, και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης, ύστερα από ενέργειες του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέντ Ινονού. Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παραχωρείται στο σωματείο "Παναγία Σουμελά" Θεσσαλονίκης, το οποίο και άρχισε την ανέγερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστανιά, που είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του Προσκυνήματος. Η " Αθηνιώτισσα" και "Σουμελιώτισσα" γίνεται τότε Βερμιώτισα και πανελλήνιο Προσκύνημα. Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο. Χάρη στην ευλάβεια και θεοσέβεια των Ποντίων και φιλοποντίων, δημιουργήθηκαν διάφορα κτίρια. Η διοίκηση της Παναγίας Σουμελά, φρόντισε για τη δημιουργία μουσειακής συλλογής από ιερά σκεύη, εικόνες και άμφια, αλλά και τη δημιουργία αξιόλογης βιβλιοθήκης. Σήμερα το κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει δυο εκκλησίες δέκα ξενώνες με 620 κρεβάτια, ένα εστιατόριο, δυο τουριστικά περίπτερα βρύσες, τηλέφωνα, ηλεκτρικό φως, χώρους στάθμευσης, πλατεία, εκατοντάδες καλλωπιστικά και καρποφόρα δέντρα. Κάθε χρόνο, το τριήμερο του 15Αύγουστου, είναι πρωτοφανής η συρροή χιλιάδων προσκυνητών από όλα τα διαμερίσματα της χώρας και το εξωτερικό. Η περιφορά της Εικόνας, μέσα στο χώρο του ιερού προσκυνήματος, γίνεται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, είναι μια από τις πιο συγκινητικές και κατανυκτικές ακολουθίες.


Το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή..



Πρόχειρες σημειώσεις που μπορεί να γίνουν το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή. Έσεια θα το κρίνετε. Οι πρώτες μου συγγραφικές απόπειρες.Δεν θα έλεγα πως είναι η απόπειρα ενός βιβλίου. Μάλλον οι σκέψεις ενός ταξιδευτή- προσκυνητή. Ποιος ξέρει, που μπορεί να με οδηγήσει αυτός ο δρόμος..

«..Το τελευταίο προπύργιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αντιστάθηκε μέχρι τα 1461 στον Μωάμεθ τον Β’. Το τελευταίο κομμάτι ελεύθερης ορθόδοξης γης έπεσε στα χέρια των Τούρκων, μέσα στην γενική αδιαφορία. Χωρίς να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για το ένδοξο παρελθόν της, η Ευρώπη έχει μπει ήδη στην εποχή της Αναγέννησης. Ιδρυμένη από την οικογένεια των Κομνηνών η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, κράτησε μέχτο το τέλος την περηφάνια της. Η πτώση της Τραπεζούντας προαναγγέλλει τέσσερις αιώνες Οθωμανικής νύχτας. Από τότε που στις 29 Μάιου του 1453, οι Τούρκοι του σουλτάνου Μωάμεθ του Β’, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, το μόνο που απόμεινε στην περήφανη βυζαντινή αυτοκρατορία, είναι αυτό το μικρό κομμάτι ελληνικού και χριστιανικού εδάφους: η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ένα μικρό κομμάτι εδάφους κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας. Αυτή η αυτοκρατορία είναι ένα αγκάθι χωμένο στα πλευρά του Σουλτάνου, μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα έχει γίνει ο οφθαλμός όλων των πόλεων, το βλέμμα που ξεπερνάει τον κόσμο, η τροφός των Εκκλησιών, ο οδηγός της Ορθοδοξίας, και το ύστατο οχυρό της Ρώμης, το δεύτερο ουράνιο στερέωμα που προαναγγέλλει ότι δημιουργούν τα χέρια του Θεού. Η περηφάνια των τελευταίων κατοίκων της Τραπεζούντας μεγάλωνε ανάλογα με την σύμφορα τους. Εκείνες τις ημέρες όμως του 1461, η αυτοκρατορία θυμίζει το Βασίλειο των σκιών. Όλοι άφησαν τις ζωές τους στα χέρια του Κυρίου, θέλοντας προφανώς να ξεχάσουν πως οι αυτοκρατορίες είναι εξίσου θνητές με τους ανθρώπους. Σε τι χρησιμεύουν άραγε τα λόγια, όταν ο Θεός δείχνει αμείλικτος; Η Τραπεζούντα πριν από την λησμονιά. Έξω από τα κάστρα αυτής της πόλης, εκείνους τους μακρινούς καιρούς, η Χριστιανική Ανατολή έζησε τις ημέρες της. Ο Μωάμεθ έδωσε ένα τέλος στην χιλιόχρονη αυτοκρατορία. Σκεπτόμενος όλα αυτά, αισθάνομαι κάτω από τα βλέφαρα μου στεγνά δάκρυα να με καίνε. Περπατάω εδώ στα χώματα της τελευταίας αυτοκρατορίας των Ελλήνων στην Ανατολή. Περπατάω εδώ στην γή των προγόνων μου. Από εδώ ξεκίνησαν όλα για εμάς, τους απογόνους της Ποντιακής φυλής που μεγαλούργησε σε αυτά τα χώματα. Κοιτάω την Τραπεζούντα από το παράθυρο του ξενοδοχείου και χάνομαι στα βάθη της ιστορίας. Η Πόλη των Κομνηνών, η χιλιοτραγουδισμενη Τραπεζούντα, το τελευταίο οχυρό της Χριστιανοσύνης εκείνα τα χρόνια, τα γεμάτα σκιές και πόνο. Σε αυτά τα χώματα, ρίχνω τα τελευταία δάκρυα της καρδιάς μου για την χαμένη Ποντιακή γη. Νιώθω να ζω ξανά το παρελθόν. Είναι δυνατόν; Κάπου διάβασα πως η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορείς να ξυπνήσεις ποτέ. Ίσως να είναι έτσι. Στέγνωσαν τα σωθικά μου από τον πόνο. Είδα τα κάστρα του Πόντου να υποχωρούν να γκρεμίζονται. Από τα νερά της Μαύρης Θάλασσας, θα πιω να δροσιστώ. Τα δάκρυα της καρδιάς μου ακόμη και τώρα πέφτουν, αλλά όχι μάταια. Ο παλιός κόσμος χάθηκε, γονάτισε και έσβησε στον δρόμο των δακρύων, στον δρόμο της εξόδου από τον Πόντο. Πολύς ο καιρός στις σκιές, σκοτεινά τα τελευταία τους όνειρα. Τα λουλούδια όμως σε πείσμα του μαρασμού, φυτρώνουν ακόμα στα βουνά του πόντου για όλους εκείνους που χάθηκαν. Αλίμονο σε εκείνους, που έλαχαν οι ζοφερές εκείνες ημέρες. Οι νέοι πέθαιναν και οι γέροι έμειναν πίσω να μαραζώνουν. Πολλοί έζησαν για να δουν τις τελευταίες ημέρες της φυλής μας. Αλίμονο , η σκοτεινιά βασίλευε στις καρδιές όλων, εκείνες τις κρύες μέρες του 1922.. Οι πατεράδες έθαψαν τα παιδιά τους, τα βουνά ράγισαν από τον πόνο και το κλάμα των μανάδων. Και τώρα εμείς, δεκαετίες μετά, αναζητούμε τον δρόμο για τις αίθουσες των προγόνων μας. Για αυτό δεν βρίσκομαι εδώ; Ποτέ δεν ξέχασα όλους εκείνους που κράτησαν τους δεσμούς του οίκου μας ζωντανούς. Αυτό δεν είναι το τέλος είναι η αρχή. Το παρελθόν επιστρέφει και καίει τα σωθικά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα.Ταξιδεύω στους λαβύρινθους της ιστορίας. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στο πλευρό του Δαβίδ Κομνηνού τον Ιούλιο του 1461, όταν ο αρχιστράτηγος Αμπντουλαχ Αμάρ, εμφανίστηκε σαν δαίμονας στους χειρότερους εφιάλτες του αυτοκράτορα, μπροστά στα τείχη της Τραπεζούντας. Πόσος αδύναμος θα αισθανόταν ο τελευταίας Έλληνας αυτοκράτορας στην Ανατολή, γνωρίζοντας πως πέρα από τους 100 Βένετους στρατιώτες, δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη βοήθεια. Η Δύση είχε σωπάσει στις έκκλησης της πόλης γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη της. Ο Αμπντουλάχ Αμάρ πολιόρκησε την Τραπεζούντα 32 ημέρες πριν ο Δαβίδ του την παραδώσει, παρά τις αντιρρήσεις του απλού λαού. Τι θα μπορούσε όμως να είχε γίνει, ακόμη και να οι πολιορκημένοι άντεχαν; Περισσότερα πτώματα και τίποτε άλλο. Ο Μωάμεθ ήθελε να βγάλει το αγκάθι από τα πλευρά του, καταστρέφοντας την Τραπεζούντα. Αυτός ήταν και ο λόγος που έστειλε τον καλύτερο αρχιστράτηγο του να πολιορκήσει την πόλη. Τόσοι θρύλοι είχαν ακουστεί για τον Αμάρ, που έτρεμες πριν ακόμη τον γνωρίσεις. Αυτός ο άνθρωπος έκανε αργότερα την Ευρώπη να ριγήσει. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο για την αυτοκρατορία. Η νοσταλγία εκείνων των ημερών, οι θύμισες της ιστορίας μου δίνουν μια πικρή γεύση. Όταν σε επισκέπτονται οι αναμνήσεις, νομίζεις ότι βλέπεις τον περασμένο χρόνο μέσα από ένα γυάλινο βουνό. Τίποτε δεν είναι σαν τότε. Ο κόσμος που μπορεί να πλάσει ένας νοσταλγός των καιρών, είναι μόνο μέσα στο μυαλό του και στην φαντασία του. Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που με βασάνιζε πάντα ήταν γιατί η Τραπεζούντα αγαπήθηκε και τραγουθηκε τόσο, όταν στη πρώτη απόπειρα της ιστορίας, να γεννηθεί ένα ανεξάρτητο Ποντιακό κράτος ήταν η Αμάσεια και η Σινώπη οι πόλεις που έκλεισαν το μάτι στην Μοίρα. Τότε που ο Μιθριδάτης ο Ευπατορας, επέκτεινε το Βασίλειο του Πόντου, νίκησε τους Ρωμαίους και εδραίωσε την κυριαρχία του σε αυτά τα μέρη. Ο θάνατος του όμως ήταν το πρώτο σημάδι, πώς αυτός ο τόπος θα γέμιζε με αίμα Ελληνικό, χωρίς ποτέ να περάσει δια παντός στους Έλληνες. Η αλήθεια πάντως είναι πώς ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε αυτά τα μέρη. Η άλωση της Τραπεζούντας σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση. Αυτό είναι αλήθεια. Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι. Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461. Είναι Τυχαίο πώς το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας; Όχι βέβαια. Μόνο από τύχη δεν γένονται όλα αυτά. Η διάβαση στους δρόμους της ιστορίας του μυαλού μου συνεχίζεται. Για να καταλάβεις καλά τα μέρη που πατάς, πρέπει να ανοίξεις το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και εγώ ακόμη και τώρα, στην γη των προγονών μου την ανοίγω. Η ιστορία είναι πάντα οδηγός. Αν δεν ξέρεις το παρελθόν δεν μπορείς να πορευτείς στο μέλλον. Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικρός Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του Ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον Ρωσικό Στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διεψεύσθησαν. Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι. Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθησαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Στ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραθέσω τα στοιχεία της αναταλαγης, την μετακίνηση του Ποντιακού Ελληνισμού που μεγαλούργησε σε αυτά τα μέρη. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία. Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά και συνάμα δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Στην Ελλάδα η μοίρα των Ποντίων συνδέθηκε άρρηκτα με τη μοίρα των υπολοίπων προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν τεράστιο και η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να το αντιμετωπίσει από μόνη της. Για το λόγο αυτό προσέφυγε στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ σε μια κοινωνία με απαρχαιωμένους θεσμούς και σε μια ουσιαστικά καθυστερημένη οικονομία. Οι θετικές αλλαγές της άφιξης των προσφύγων εντοπίζονται σε διάφορες πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού βίου. Ας τις εξετάσουμε λοιπόν ξεχωριστά. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Κι εδώ η προσφορά των προσφύγων ήταν τεράστια. Στα τέλη του 1922 η οικονομία της χώρας είχε σχεδόν αποσυντεθεί και η παραγωγή είχε πέσει πολύ χαμηλά. Όμως, οι πρόσφυγες ανέτρεψαν πλήρως την κατάσταση. Οι ανάγκες της εγκατάστασής τους οδήγησαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μεγάλων κτημάτων που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια μορφή ιδιοκτησίας γης. Ακόμη, εισήχθησαν νέες καλλιέργειες και εφαρμόσθηκαν νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1922 η σταφίδα αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια, λόγω, όμως, των συνεχών σταφιδικών κρίσεων αντικαταστάθηκε από τον καπνό ο οποίος κάλυψε το 70% περίπου των ελληνικών εξαγωγών. Η καλλιέργεια του καπνού γινόταν μάλιστα κατά τα 2/3 από πρόσφυγες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δέκα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων η καλλιεργήσιμη γη είχε αυξηθεί κατά 55% και το αγροτικό εισόδημα είχε διπλασιασθεί. Αλλά και στον τομέα της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας η προσφορά των προσφύγων ήταν ευεργετική. Αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι, όπως η μεταξουργία, η κεραμεική, η χαλκουργία, η ταπητουργία, η αργυροχοϊα και η βυρσοδεψία. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland.Δεν θέλω να σταθώ στην γενοκτονία και στα όσα βίαια συνέβησαν εκείνα τα μαύρα χρόνια που βασίλευε το σκοτάδι. Οι Πόντιοι πλήρωσαν όσο κανένας άλλος λαός το μένος των Τούρκων. Κανένας λαός δεν βίωσε με τόσο βίαιο τρόπο την μανία των Νεότουρκων. Γενοκτονία. Μόνο στην θύμηση των όσων διάβασα και των όσων άκουσα από την γιαγιά, ο λαιμός μου μπουκουνει. Με το ζόρι συγκρατώ τα δάκρυα μου. Εχω κατέβει από το ξενοδοχείο και πλέον περπατώ στον κεντρικό δρόμο, κατευθυνόμενος προς το λιμάνι της Τραπεζούντας. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και συλλαμβάνω των εαυτό μου να ψάχνει τον λόγο που είμαι εδώ. Από παιδί ήθελα μια και καλή να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τον Πόντο. Θα μπορέσω; Μάλλον όχι. Και αν τους ανοίξω για τα καλά; Περπατάω στην γη που περπάτησαν ήρωες εκείνα τα χρόνια. Γιατί μόνο ως ήρωες μπορεί να χαρακτηρισθούν εκείνοι, που μέσα στην καρδιά του Οθωμανικού κράτους, μεγαλούργησαν κυρίευσαν οικονομικά τις πόλεις αυτές και έκαμαν τους Τούρκους υπάλληλους τους. Που να βρεις το κουράγιο να τα κάμεις όλα αυτά τώρα. Μόνο ένας ήρωας μπορεί να φερθεί έτσι. Νιώθω τυχερός που τα ζω όλα αυτά. Κοιτάω τον ουρανό θέλοντας να ευχαριστήσω τον Κύριο, που με κράτησε ζωντανό για να δω τη πόλη του γένους μου, την πόλη του οίκου μου, την πόλη από όπου ξεκίνησαν όλα. Ναι νιώθω τυχερός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν. Όπως η γιαγιά μου. Την θυμάμαι ακόμη και τώρα και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Άφηνα το κεφάλι μου να πέσει στην ποδιά της, μικρό παιδί εγώ, και άκουγα για άλλους τόπους μαγικούς. Τόπους που όλα ήταν καλά, τόπους που η γη, γέμιζε με τους θησαυρούς της τον κόσμο. Τόπους που ο Θεός χάρισε σε ανθρώπους που αγαπούσε. Την θυμάμαι να κοιτά πάντα προς την Ανατολή και να αναζητά. Τότε δεν καταλάβαινα, τώρα, ναι καταλαβαίνω. «Πες μου γιαγιά πες μου και αλλά για την χώρα εκείνη. Πες μου.» Και η γιαγιά μου δωστου να λέει και άλλες ιστορίες, για τα παιδιά της χρόνια, για τα καλοκαίρια που περνούσε στα παρχάρια, στα κτήματα της, στα βουνά της Τραπεζούντας. Σταματούσε να πάρει ανάσα, να κρύψει την συγκίνηση της, τα δάκρυα της, και μετά συνέχιζε. Πέρασε δύσκολα χρόνια η γιαγιά μου. Έχασε αδερφή, πατέρα, στην ανταλλαγή. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Νόμιζα πως ήταν σα παραμύθι. Όταν κατάλαβα πως δεν ήταν, ντράπηκα. Αν γύριζα τα χρόνια πίσω, σίγουρα δεν θα την ρωτούσα ποτέ. Δεν θα άνοιγα τις πληγές της. Όταν μεγάλωσα αρκετά την πρότεινα να την πάω στην Τραπεζούντα. Στον μαχαλά της. Να την πάω στο χωρίο που ανέβαινα τα καλοκαίρια. Λυβερα Ματσούκας. Το θυμάμαι ακόμη. Αν θα πάω; Φυσικά και θα πάω. Η απάντηση που μου έδωσε η γιαγιά μου με άφησε άναυδο. «Ακου γιάβρουμ. Ποτέ δεν θα πληρώσω εισιτήριο για να δω την πατρίδα μου» μου είπε και μου γύρισε την πλάτη για να μπει στο σπίτι της. Ήταν η τελευταία συζήτηση που είχαμε για τον Πόντο. Μέχρι που έκλεισε τα μάτια της, δεν συζητήσαμε ποτέ ξανά για τον Πόντο. Ήταν ο τελευταίος κρίκος που με έδενε με αυτή την γη. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα. Ταξιδεύω στους λαβύρινθους της ιστορίας. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στο πλευρό του Δαβίδ Κομνηνού τον Ιούλιο του 1461, όταν ο αρχιστράτηγος Αμπντουλαχ Αμάρ, εμφανίστηκε σαν δαίμονας στους χειρότερους εφιάλτες του αυτοκράτορα, μπροστά στα τείχη της Τραπεζούντας. Πόσος αδύναμος θα αισθανόταν ο τελευταίας Έλληνας αυτοκράτορας στην Ανατολή, γνωρίζοντας πως πέρα από τους 100 Βένετους στρατιώτες, δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη βοήθεια. Η Δύση είχε σωπάσει στις έκκλησης της πόλης γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη της. Ο Αμπντουλάχ Αμάρ πολιόρκησε την Τραπεζούντα 32 ημέρες πριν ο Δαβίδ του την παραδώσει, παρά τις αντιρρήσεις του απλού λαού. Τι θα μπορούσε όμως να είχε γίνει, ακόμη και να οι πολιορκημένοι άντεχαν; Περισσότερα πτώματα και τίποτε άλλο. Ο Μωάμεθ ήθελε να βγάλει το αγκάθι από τα πλευρά του, καταστρέφοντας την Τραπεζούντα. Αυτός ήταν και ο λόγος που έστειλε τον καλύτερο αρχιστράτηγο του να πολιορκήσει την πόλη. Τόσοι θρύλοι είχαν ακουστεί για τον Αμάρ, που έτρεμες πριν ακόμη τον γνωρίσεις. Αυτός ο άνθρωπος έκανε αργότερα την Ευρώπη να ριγήσει. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο για την αυτοκρατορία. Η νοσταλγία εκείνων των ημερών, οι θύμισες της ιστορίας μου δίνουν μια πικρή γεύση. Όταν σε επισκέπτονται οι αναμνήσεις, νομίζεις ότι βλέπεις τον περασμένο χρόνο μέσα από ένα γυάλινο βουνό. Τίποτε δεν είναι σαν τότε. Ο κόσμος που μπορεί να πλάσει ένας νοσταλγός των καιρών, είναι μόνο μέσα στο μυαλό του και στην φαντασία του. Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που με βασάνιζε πάντα ήταν γιατί η Τραπεζούντα αγαπήθηκε και τραγουθηκε τόσο, όταν στη πρώτη απόπειρα της ιστορίας, να γεννηθεί ένα ανεξάρτητο Ποντιακό κράτος ήταν η Αμάσεια και η Σινώπη οι πόλεις που έκλεισαν το μάτι στην Μοίρα. Τότε που ο Μιθριδάτης ο Ευπατορας, επέκτεινε το Βασίλειο του Πόντου, νίκησε τους Ρωμαίους και εδραίωσε την κυριαρχία του σε αυτά τα μέρη. Ο θάνατος του όμως ήταν το πρώτο σημάδι, πώς αυτός ο τόπος θα γέμιζε με αίμα Ελληνικό, χωρίς ποτέ να περάσει δια παντός στους Έλληνες. Η αλήθεια πάντως είναι πώς ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε αυτά τα μέρη. Η άλωση της Τραπεζούντας σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση. Αυτό είναι αλήθεια. Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι. Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461. Είναι Τυχαίο πώς το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας; Όχι βέβαια. Μόνο από τύχη δεν γένονται όλα αυτά. Η διάβαση στους δρόμους της ιστορίας του μυαλού μου συνεχίζεται. Για να καταλάβεις καλά τα μέρη που πατάς, πρέπει να ανοίξεις το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και εγώ ακόμη και τώρα, στην γη των προγονών μου την ανοίγω. Η ιστορία είναι πάντα οδηγός. Αν δεν ξέρεις το παρελθόν δεν μπορείς να πορευτείς στο μέλλον. Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικρός Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του Ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον Ρωσικό Στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διεψεύσθησαν. Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι. Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθησαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Στ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραθέσω τα στοιχεία της αναταλαγης, την μετακίνηση του Ποντιακού Ελληνισμού που μεγαλούργησε σε αυτά τα μέρη. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία. Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά και συνάμα δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Στην Ελλάδα η μοίρα των Ποντίων συνδέθηκε άρρηκτα με τη μοίρα των υπολοίπων προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν τεράστιο και η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να το αντιμετωπίσει από μόνη της. Για το λόγο αυτό προσέφυγε στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ σε μια κοινωνία με απαρχαιωμένους θεσμούς και σε μια ουσιαστικά καθυστερημένη οικονομία. Οι θετικές αλλαγές της άφιξης των προσφύγων εντοπίζονται σε διάφορες πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού βίου. Ας τις εξετάσουμε λοιπόν ξεχωριστά. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Κι εδώ η προσφορά των προσφύγων ήταν τεράστια. Στα τέλη του 1922 η οικονομία της χώρας είχε σχεδόν αποσυντεθεί και η παραγωγή είχε πέσει πολύ χαμηλά. Όμως, οι πρόσφυγες ανέτρεψαν πλήρως την κατάσταση. Οι ανάγκες της εγκατάστασής τους οδήγησαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μεγάλων κτημάτων που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια μορφή ιδιοκτησίας γης. Ακόμη, εισήχθησαν νέες καλλιέργειες και εφαρμόσθηκαν νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1922 η σταφίδα αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια, λόγω, όμως, των συνεχών σταφιδικών κρίσεων αντικαταστάθηκε από τον καπνό ο οποίος κάλυψε το 70% περίπου των ελληνικών εξαγωγών. Η καλλιέργεια του καπνού γινόταν μάλιστα κατά τα 2/3 από πρόσφυγες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δέκα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων η καλλιεργήσιμη γη είχε αυξηθεί κατά 55% και το αγροτικό εισόδημα είχε διπλασιασθεί. Αλλά και στον τομέα της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας η προσφορά των προσφύγων ήταν ευεργετική. Αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι, όπως η μεταξουργία, η κεραμεική, η χαλκουργία, η ταπητουργία, η αργυροχοϊα και η βυρσοδεψία. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Δεν θέλω να σταθώ στην γενοκτονία και στα όσα βίαια συνέβησαν εκείνα τα μαύρα χρόνια που βασίλευε το σκοτάδι. Οι Πόντιοι πλήρωσαν όσο κανένας άλλος λαός το μένος των Τούρκων. Κανένας λαός δεν βίωσε με τόσο βίαιο τρόπο την μανία των Νεότουρκων. Γενοκτονία. Μόνο στην θύμηση των όσων διάβασα και των όσων άκουσα από την γιαγιά, ο λαιμός μου μπουκουνει. Με το ζόρι συγκρατώ τα δάκρυα μου. Εχω κατέβει από το ξενοδοχείο και πλέον περπατώ στον κεντρικό δρόμο, κατευθυνόμενος προς το λιμάνι της Τραπεζούντας. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και συλλαμβάνω των εαυτό μου να ψάχνει τον λόγο που είμαι εδώ. Από παιδί ήθελα μια και καλή να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τον Πόντο. Θα μπορέσω; Μάλλον όχι. Και αν τους ανοίξω για τα καλά; Περπατάω στην γη που περπάτησαν ήρωες εκείνα τα χρόνια. Γιατί μόνο ως ήρωες μπορεί να χαρακτηρισθούν εκείνοι, που μέσα στην καρδιά του Οθωμανικού κράτους, μεγαλούργησαν κυρίευσαν οικονομικά τις πόλεις αυτές και έκαμαν τους Τούρκους υπάλληλους τους. Που να βρεις το κουράγιο να τα κάμεις όλα αυτά τώρα. Μόνο ένας ήρωας μπορεί να φερθεί έτσι. Νιώθω τυχερός που τα ζω όλα αυτά. Κοιτάω τον ουρανό θέλοντας να ευχαριστήσω τον Κύριο, που με κράτησε ζωντανό για να δω τη πόλη του γένους μου, την πόλη του οίκου μου, την πόλη από όπου ξεκίνησαν όλα. Ναι νιώθω τυχερός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν. Όπως η γιαγιά μου. Την θυμάμαι ακόμη και τώρα και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Άφηνα το κεφάλι μου να πέσει στην ποδιά της, μικρό παιδί εγώ, και άκουγα για άλλους τόπους μαγικούς. Τόπους που όλα ήταν καλά, τόπους που η γη, γέμιζε με τους θησαυρούς της τον κόσμο. Τόπους που ο Θεός χάρισε σε ανθρώπους που αγαπούσε. Την θυμάμαι να κοιτά πάντα προς την Ανατολή και να αναζητά. Τότε δεν καταλάβαινα, τώρα, ναι καταλαβαίνω. «Πες μου γιαγιά πες μου και αλλά για την χώρα εκείνη. Πες μου.» Και η γιαγιά μου δωστου να λέει και άλλες ιστορίες, για τα παιδιά της χρόνια, για τα καλοκαίρια που περνούσε στα παρχάρια, στα κτήματα της, στα βουνά της Τραπεζούντας. Σταματούσε να πάρει ανάσα, να κρύψει την συγκίνηση της, τα δάκρυα της, και μετά συνέχιζε. Πέρασε δύσκολα χρόνια η γιαγιά μου. Έχασε αδερφή, πατέρα, στην ανταλλαγή. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Νόμιζα πως ήταν σα παραμύθι. Όταν κατάλαβα πως δεν ήταν, ντράπηκα. Αν γύριζα τα χρόνια πίσω, σίγουρα δεν θα την ρωτούσα ποτέ. Δεν θα άνοιγα τις πληγές της. Όταν μεγάλωσα αρκετά την πρότεινα να την πάω στην Τραπεζούντα. Στον μαχαλά της. Να την πάω στο χωρίο που ανέβαινα τα καλοκαίρια. Λυβερα Ματσούκας. Το θυμάμαι ακόμη. Αν θα πάω; Φυσικά και θα πάω. Η απάντηση που μου έδωσε η γιαγιά μου με άφησε άναυδο. «Ακου γιάβρουμ. Ποτέ δεν θα πληρώσω εισιτήριο για να δω την πατρίδα μου» μου είπε και μου γύρισε την πλάτη για να μπει στο σπίτι της. Ήταν η τελευταία συζήτηση που είχαμε για τον Πόντο. Μέχρι που έκλεισε τα μάτια της, δεν συζητήσαμε ποτέ ξανά για τον Πόντο. Ήταν ο τελευταίος κρίκος που με έδενε με αυτή την γη. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα.»


Συνεχίζεται

Ο Λευτέρης Ζαγορίτης στην Παναγία Σουμελά



Ο Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ Λευτέρης Ζαγορίτης θα παρευρεθεί, ως εκπρόσωπος του κόμματος, στις εκδηλώσεις που θα λάβουν χώρα στην Παναγία τη Σουμελά, την Τετάρτη για τον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Στις φανέλες του Απόλλωνα Καλαμαριάς ο αετός του Πόντου


Από την ποδοσφαιρική περίοδο 2007-2008 θα υφίσταται στη φανέλα της Π.Α.Ε. Απόλλων Καλαμαριάς και το έμβλημα του Πόντου, ο μονοκέφαλος αετός, που θα υπάρχει στο μανίκι της επίσημης αγωνιστικής ενδυμασίας της ομάδας μας, αλλά και τις προπονητικές ενδυμασίες. Ο μονοκέφαλος αετός αποτελεί το σύμβολο δύναμης και σημασίας των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχει από τα πιο παλιά χρόνια, όπως φαίνεται στα νομίσματα της Σινώπης τον 4ο π.Χ. αιώνα. Στο έμβλημα διακρίνεται ο αετός να κοιτάζει προς το δεξί του φτερό.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (4)




Στιγμές ηρεμίας και συζήτησης λίγο πρίν τα ξημερώματα. Χάρρυ Κλύνν και Γιάννης Χατζηιωαννίδης. Αν και ο καιρός τα χάλασε το γλέντι ηταν καταπληκτικό.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (3)


Στην φωτο ο Παυλος Ιωσηφίδης, ο Μίμης Ιωαννιδης και ο Ηρακλής Γρηγοριάδης πρωταγωνιστησαν στο γλέντι που στηθηκε το βραδυ της Κυριακής.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (2)


Και αυτη η φωτογραφία ειναι απο το γλέντι το βραδυ της Κυριακής. Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο Αλέξης Παρχαρίδης, ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης και ο πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Καυκασίων Γιαννης Αλαματίδης.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007


Αν και ο καιρός τα χάλασε εν τούτοις κάποιες από τις εκδηλώσεις έγιναν το Σάββατο 4 Αυγούστου στην Καλαμαριά για το πανηγύρι. Ο επικεφαλής της παράταξης «Όλοι για την Καλαμαριά» Βασίλης Τριανταφυλλιδης παρακολούθησε όλες τις εκδηλώσεις με τους στενούς του συνεργάτες. Παρά την βροχή το βράδυ της Κυριακής στήθηκε ένα γλέντι όπου πρωταγωνίστησαν πολλοί καλλιτέχνες της ποντιακής μουσικής. Στην φωτο ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης με τον υπεύθυνο τύπου της παράταξης Γιαννη Χατζηιωαννιδη και τον μοναδικό Αλέξη Παρχαρίδη που έκλεψε την παράσταση.

Kαμμία αναφορά για την Ποντιακή γενοκτονία


Κάθισα με έκπληξη και διάβασα όλα όσα είπε η κ. Γιαννάκου για τις διορθώσεις που υπέστησαν στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού και συγκεκριμένα στο μάθημα της ιστορίας. Ούτε και τώρα υπάρχει αναφορά για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Ούτε και τώρα γίνεται αναφορά για το Βασίλειο του Πόντου τη εποχή των Μιθριδατων, για την πτώση της Τραπεζούντας, για τα γεγονότα που συγκλόνισαν τον Πόντο από το 195 έως το 1922. Καμία αναφορά για τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου από τους Νεότουρκους του Κεμάλ, καμία αναφορά για την έξοδο από τα πατρογονικά χώματα του Πόντου. Καμία αναφορά για τους 700 χιλιάδες που περπάτησαν χιλιόμετρα για να βγουν στο λιμάνι της Τραπεζούντας, της Σαμψούντας, για να περάσουν στην Ελλάδα, που δεν ήταν έτσι και αλλιώς έτοιμη ( από πολλές απόψεις) να τους δεχθεί. Σε μια τρυφερή ηλικία τα παιδιά δεν θα μάθουν ποτέ για τον Ποντιακό Ελληνισμό, για τη ιστορία του τη κουλτούρα του, για την ΤΕΡΑΣΤΙΑ προσφορά του στην Ελλάδα. Δεν θα μάθουν ποτέ από πού ξεκίνησαν, πώς έζησαν, πως ήρθαν. Λες και εμείς οι Πόντιοι πέσαμε από τον Ουρανό ξαφνικά το 1922 για να ζήσουμε σε αυτά τα χώματα. Μια ιστορία βαμμένη με αίμα, που ΔΥΣΤΥΧΩΣ η συμπαθής καθόλα κ. Γιαννακου αρνείται πεισματικά να επιβάλει στους νεοκουλτουριαρηδες συγγραφείς να αναφέρουν στο βιβλίο τους. Μόνο λύπη μπορεί να αισθάνομαι σαν Έλληνας Ποντιακής καταγωγής. Μόνο θλίψη, μόνο απογοήτευση για το ευχαριστώ αυτής της πολιτείας στα 2 εκατομμύρια Πόντιους που υπάρχουν σήμερα στη Ελλάδα. Η μόνη μου τελικά ελπίδα είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Είναι ο μόνος που μπορεί ( με το δικαίωμα που του δίνει ο νόμος) να αποσύρει μια και καλή το βιβλίο. Η άλλη αντίφαση της όλης ιστορίας είναι πώς θα μοιραστεί στα σχολεία το βιβλίο «Τα ματωμένα χώματα» της Είδους Σωτηρίου. Για όσους το έχουν διαβάσει, γνωρίζουν πως απεικονίζει την πραγματική εικόνα των όσων έγιναν στην Μίκρα Ασία. Μια αληθινή μεταφορά για τα όσα βίωσαν οι Έλληνες της Ιωνίας. Ίσως η διανομή του βιβλίου τα Ματωμένα Χώματα» είναι ένα πυροτέχνημα, καθώς βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με το πνεύμα των νέων βιβλίων και προγραμμάτων. Το ευχτηχημα είναι πως εμείς οι Πόντιοι μπορούμε μόνοι μας να γαλουχήσουμε τα παιδιά μας. Μπορούμε μόνοι μας να τους μάθουμε τη ιστορία μας, την φιλοσοφία μας, τη κουλτούρα μας. Δεν έχουμε τη ανάγκη καμίας μαρτυρίας της κ. Ρεπουση. Δεν έχουμε την ανάγκη της επιβεβαίωσης από κανέναν. Προχωράμε μόνοι μας, όπως προχωρήσαμε τόσους αιώνες, μέσα στην κάρδια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Προχωράμε μόνοι μας και δημιουργούμε μόνοι μας, παραμένοντας πιστοί της φρουροί της καταγωγής μας, και υπερήφανοι για αυτό που είμαστε. Δεν έχουμε τη ανάγκη καμίας επιβεβαίωσης. Γιατί απλά μόνοι μας φτάσαμε εδώ που είμαστε, και μόνοι μας θα πορευτούμε. Και σε τελική ανάλυση για τη οικογενειακή γαλούχηση, δεν θα ρωτήσουμε καμία Ρεπούση και καμία Γιαννακου. Με το συμπάθιο δηλαδή. Εχω την εντύπωση πάντως πως στην συζήτηση για το βιβλίο της ιστορίας πρέπει να προσέλθουν και οσοι εμειναν εως τώρα σιωπηλοί. Το γαμώτο της όλης ιστορίας είναι πώς 88 χρόνια μετά η Ελληνική πολιτεία αρνείται ακόμη τη παρουσία μας. Αυτό είναι το γαμώτο…

ΣΣ1

Με τον τίτλο "Από μένα χαιρετισμούς στην Ανατολία" ειχε κυκλοφορήσει το βιβλίο της Διδούς Σωτηρίου "Ματωμένα Χώματα" στην Τουρκία. Μάλιστα στην γειτονική χώρα το βιβλίο συγκαταλέγεται στα μπέστ σέλερ ολων των εποχών. Αρα, η Διδώ Σωτηρίου, εχει ηδη μπεί στην κουβέντα του βιβλίου.

ΣΣ2

Το συγκεκριμένο βιβλίο ιστορίας δεν γράφτηκε για να έχει λάθη.Είναι το αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής τάσης-συμπηλύματος απο μια μεγάλη μερίδα της αριστεράς, της άκρας αριστεράς και ενός μικρού πυρήνα νεοφιλελεύθερων.Οι συγκεκριμένες δυνάμεις ξεσσάλωσαν μετά το 1995 όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο κ Σημίτης που είναι και απο τους πρωτεργάτες της ιδεολογικής τάσης. Οι απόψεις τους είναι χαρακτηριστικές: Οπαδοί όλοι τους: της ελληνοτουρκικής φιλίας,της ευρωπαικής πορείας της Τουρκίας χωρίς περιορισμό,της παράδοσης της Ελλάδας απο το θέμα του ονόματος της Μακεδονίας και ,της άσκησης της λεγόμενης βήμα-βήμα προσέγγισης με τους Τούρκους.

Η πολη της Αμάσειας


Στα δυτικά του Πόντου, εβδομήντα χιλιόμετρα νότια της Σαμψούντας, φτάνουμε στην πόλη της Αμάσειας. Στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν στην περιοχή 155.000 Ελληνες σε 392 κοινότητες με ισάριθμες εκκλησίες, με 325 σχολεία, όπου φοιτούσαν 10.000 μαθητές και δίδασκαν 565 διδάσκαλοι. Χτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ιρι η Αμάσεια περιβάλλεται από απόκρημνα βουνά. Το 302 μ.Χ. έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου, αλλά στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι Τούρκοι εξολόθρευσαν τις πολυπληθείς ελληνικές και αρμενικές κοινότητες, κλείνοντας και τα τρία ελληνικά σχολεία που λειτουργούσαν μέχρι τότε. Περπατώντας στους δρόμους συναντήσαμε και εδώ κατοίκους να μιλούν την ποντιακή διάλεκτο. Μας μίλησαν για τις ελληνικές εκκλησίες και τα σχολεία που δεν υπάρχουν πλέον. Με το όνομα της πόλης έχουν συνδεθεί τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν εδώ από τους Τούρκους οι Ελληνες του Πόντου σε φυλακές-κάτεργα. Από τον Ιανουάριο του 1921 μέχρι και το 1923 πέρασαν από τα λεγόμενα «λευκά κελιά» εκατοντάδες Ελληνες, πολλοί από αυτούς με διακρίσεις στην οικονομική ζωή του Πόντου. Το Σεπτέμβριο του 1921 εκτελέστηκαν με απαγχονισμό, ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες, καθηγητές και μαθητές του Ελληνοαμερικανικού Κολεγίου Μερξιφούντας. Τις ίδιες ημέρες τουρκικά δικαστήρια καταδίκασαν σε θάνατο, χωρίς απολογία, άλλους 180 Πόντιους πατριώτες. Στην κεντρική πλατεία κρεμάστηκαν από τους Τούρκους περισσότεροι από 70. Στην πόλη επιβιώνουν οι παλιές ελληνικές γειτονιές, με σπίτια-φαντάσματα. Πολλά από αυτά βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Ιρι, που διασχίζει την Αμάσεια. Τελευταίος σταθμός μας η Σαμψούντα, η αρχαία Αμισός, Σαμσούν για τους Τούρκους, πανέμορφη, από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Πόντου. Το 1902 κατοικούσαν στην πόλη -100 χλμ. από την Κερασούντα- 8.000 Ελληνες και στα 4 σχολεία τους φοιτούσαν 1.150 μαθητές, ενώ πολλές ήταν και οι εκκλησίες. Στον πάνω μαχαλά, πολλοί κάτοικοι μας καλωσόριζαν στα ποντιακά, μας καλούσαν στα σπίτια τους να μας τρατάρουν, να μιλήσουν για τη ζωή τους και τις προσδοκίες τους. Εδειχναν να ζουν ήρεμα, μακριά από προβλήματα. Ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας Τριάδας σήμερα δεν υπάρχει. Την κατεδάφισαν και στη θέση της έχτισαν τουρκικό σχολείο. Τα βάσανα των Ελλήνων της Σαμψούντας άρχισαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Τότε η τουρκική κυβέρνηση τους υποχρέωσε ή να δεχθούν τους Τούρκους πρόσφυγες από το Κοσσυφοπέδιο ή να φύγουν όλοι. Ετσι εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά χωριά περισσότεροι από 20.000 Τουρκαλβανοί της Σερβίας και πρώτοι οι Σαμψούντιοι δοκίμασαν τους διωγμούς του νεοτουρκικού κράτους, που κορυφώθηκαν με την επικράτηση του κινήματος του Κεμάλ το 1919. Η τραγωδία ολοκληρώθηκε από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1921 με την εφαρμογή νέου σχεδίου σφαγής. Χιλιάδες Ελληνες του Πόντου εκτοπίστηκαν. Πολλοί βρήκαν τραγικό θάνατο από την ταλαιπωρία, την πείνα, τη δίψα, την εξάντληση στο δρόμο προς την εξορία, από την αγριότητα των Τούρκων Τσέτηδων (ανταρτών) που τους αποδεκάτιζαν. Μετά την αναγκαστική αποχώρηση των Ποντίων και Αρμενίων το 1922, η μεγάλη διαδρομή της Ιστορίας βρίσκει την πόλη, όπου πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών ευημερούσαν 21.000 Ελληνες, αμιγώς μουσουλμανική.

Σήμερα στον Πόντο


Σήμερα στον Πόντο, υπάρχουν οι Ελληνόφωνες περιοχές Τόννας, Ματσούκας, Όφρυος. Πλήρη στοιχεία δεν υπάρχουν, αλλά με μέτριους υπολογισμούς οι Ελληνόφωνοι και οι Τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι Κρυπτοχριστιανοί, που έχουν ελληνική συνείδηση, στον Πόντο, υπερβαίνουν το 1.000.000. Έχουν τα Ελληνικά ήθη και έθιμα, την ελληνική λαϊκή παράδοση, τον ελληνικό πολιτισμό και κουλτούρα, καθημερινά στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούν την ποντιακή ντοπιολαλιά, έχουν την ίδια μουσική, τον χορό και τα ίδια τραγούδια με τους αδελφούς τους που κατοικούν στην Ελλάδα και στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι εθνολόγοι του Πανεπιστημίου της Βόννης, ανάμεσα στις 47 μικρές εθνότητες που κατοικούν στην Τουρκία, ανακάλυψαν και τους Ελληνόφωνους Μουσουλμάνους-Κρυπτοχριστιανούς, που κατοικούν στον Πόντο. Επίσης και τους Τουρκόφωνους Μουσουλμάνους Ελληνικής εθνικής συνειδήσεως. Μόνο το Ελληνικό κράτος ακόμη δεν τους έχει ανακαλύψει, διότι αρνείται την ύπαρξή τους!

Ο ποντιακός Ελληνισμός


Ο Ποντιακός Ελληνισμός είναι ένα μεγάλο τμήμα του έθνους και δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από την Πολιτεία και την πολιτική της. Η διεθνοποίηση του εγκλήματος, αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στοιχείο των πολιτικών θεσμών που σέβονται την ιστορία και την αλήθεια, δηλαδή τη μνήμη τους. Και όπως καταλήγει ο μεγαλύτερος ίσως Πόντιος συγγραφέας, ο Δημήτρης Ψαθάς «ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμία σκοπιμότητα, όπως δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται από τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη κριτική αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας, ήταν ίσως κι ένας από τους λόγους που τόσο άσχημα πορεύτηκε η ΄φιλία με τους Τούρκους. Να ρίξουμε το πέπλο της λήθης στο παρελθόν, αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε. Να ξέρουν κι ίδιοι οι Τούρκοι το τι φτιάξαν οι πατεράδες τους, για να αποφύγουν τα όσα στιγμάτισαν εκείνους εφ΄ όσον θέλουν να πάρουν τη θέση που φιλοδοξούν ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη. Μόνο έτσι ξέροντας εμείς τους Τούρκους και ξέροντας εκείνοι εμάς και το στιγματισμένο παρελθόν τους, μπορεί κάποτε να χαράξουμε μία ελληνοτουρκική φιλία επάνω σε στέρεες βάσεις»

Η ποντιακή διάλεκτος στο πέρασμα των χρόνων


Η ποντιακή είναι μία από τις λίγες διαλέκτους του ελληνικού λαού που προέρχονται από την αρχαία ελληνική γλώσσα. Σήμερα, με την γεωγραφική της έννοια δεν υφίσταται πλέον, όμως ακόμη και τώρα παρά το ότι πέρασε σχεδόν ένας αιώνας από τότε που ο Ποντιακός Ελληνισμός εκπατρίστηκε, εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας και κυρίως στη Μακεδονία όπου διαβιούν αμιγείς ποντιακοί πληθυσμοί. Ο γλωσσολόγος Άνθιμος Παπαδόπουλος, προβλέπει ότι με το πέρασμα του χρόνου θα συμβεί η πλήρης γλωσσική αφομοίωση της με την επίδραση της νεοελληνικής γλώσσας και θα καταταγεί στην κατηγορία των νεκρών γλωσσών. Η ποντιακή διάλεκτος προέρχεται από την αρχαία Ιωνική, λόγω κυρίως της καταγωγής των αποίκων του Πόντου από την Ιωνική Μίλητο. Οι επιδράσεις που δέχτηκε στο πέρασμα των 26 αιώνων ζωής, προέρχονται από την κοινή των αλεξανδρινών χρόνων, και από τη μεσαιωνική κοινή του Βυζαντίου. Επηρεάστηκε επίσης από τους Γενουάτες και Βενετσιάνους της Τραπεζούντας, τους Πέρσες και τους Γεωργιανούς, καθώς φυσικά και από τους Τούρκους. Αξιοσημείωτο όμως είναι ότι, παρά τις προσμίξεις με ξένες λέξεις, αυτές δεν έμειναν αναφομοίωτες, αλλά εξελληνίστηκαν και εντάχθηκαν στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής, συμμετέχοντας έτσι στην εξέλιξη της γλώσσας. Παράδειγμα το τουρκικό ρήμα aramak έγινε στα ποντιακά αραεύω (αναζητώ), κι έδωσε νέα παράγωγα, αράεμαν (αναζήτηση-ψάξιμο) και αραευτής (ερευνητής). Χαρακτηριστικά της σημεία είναι : H διατήρηση της προφοράς του Ιωνικού η ως ε (νύφε αvτί νύφη, κλέφτες αντί κλέφτης, έτον αντί ήτο, κλπ.). Η διατήρηση του ιωνικού σ, αντί του τ (κοσσάρα αντί κότα, σεύτελον αντί τεύτλον κλπ.). Η διατήρηση του ω (με έκπτωση σε ο) ακόμη και στις περιπτώσεις που η κοινή νεοελληνική το έχει μετατρέψει σε ου (ζωμίν αντί ζουμί, ρωθώνι αντί ρουθούνι, κωδώνι αντί κουδούνι κλπ.). Η διατήρηση ασυνίζητων των φωνητικών συμπλεγμάτων -ια , -ιο (καρδία αντί καρδιά, παιδία αντί παιδιά, ποπαδία αντί παπαδιά, κλπ.).Η διατήρηση του αναβιβασμού του τόνου στην κλητική (Νίκολα αντί Νικόλα, γάμπρε αντί γαμπρέ, κλπ.). Η διατήρηση των θηλυκών επιθέτων σε -ος αντί σε -η ( η άλαλος αντί η άλαλη, η έμορφος αντί η όμορφη, κλπ.). Η διατήρηση του αορίστου της προστακτικής σε -ου, αντί -ε (ποίσον-ποίησον αντί ποίησε, κόψον αντί κόψε, κλπ.). Η διατήρηση της παθητικής κατάληξης -ουμαι (κοιμούμαι αντί κοιμάμαι, φανερούμε αντί φανερώνομαι, κλπ.). Η διατήρηση της κατάληξης της προστακτικής του παθητικού αορίστου -θετε (ιωνικά) αντί του -θητε (αττικά) (αγαπηθέτε αντί αγαπηθήτε, κοιμεθέτε αντί κοιμηθείτε, κλπ.). Η διατήρηση του ιωνικού ουκί, αντί του αττικού ουχί, και η μετάπτωσή του, με αφαίρεση της πρώτης συλλαβής του ου ('κι θέλω αντί δε θέλω, 'κι τρώγω αντί δεν τρώω κλπ.). Το αρνητικό μόριο 'κι διαστέλλει την ποντιακή διάλεκτο από όλες τις άλλες ελληνικές διαλέκτους που έχουν το μόριο δεν, προερχόμενο από το αρχαίο ουδέν. Οι Πόντιοι έχουν τη λέξη τιδέν (τίποτε, καθόλου), που προήλθε από το ουδέν. Οι προσωπικές αντωνυμίες που μπαίνουν ως αντικείμενα των ρημάτων, τοποθετούνται πάντα μετά από αυτά. (λέγωσε αντί σου λέω, κρούωσε αντί σε χτυπώ, φιλώσε αντί σε φιλώ, κλπ). Αξίζει να σημειωθούν ορισμένες από τις πολυάριθμες αρχαίες ελληνικές λέξεις που διατηρήθηκαν ως σήμερα: βοτρύδιν (τσαμπί), λιμός (πείνα), 'στούδιν (κόκκαλο), ωβόν (αυγό), ωτίν (αυτί), έγκα (αρχαίο ήνεγκα-έφερα), τ' εμόν (το δικό μου), τ' εμέτερον (το ημέτερον, το δικό μας) κλπ.