Η ποντιακή διάλεκτος στο πέρασμα των χρόνων


Η Ποντιακή διάλεκτος είναι η μοναδική που στις ημέρες μας έχει διασωθεί ως ομιλούμενη αλλά ταυτόχρονα είναι και αντικείμενο μελέτης. Με την ποντιακή διάλεκτο συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια το εξής παράδοξο. Ενώ κάθε διάλεκτος είναι συνδεδεμένη με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή, η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει γεωγραφική ένια σήμερα. Αυτό συνέβη μετά το 1922, όταν με την αναταλαγη των πληθυσμών οι Έλληνες του Πόντου ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας. Ο κύριος όγκος των Ποντίων προσφύγων εγκαταστάθηκε στην Μακεδονία, αλλά πολλοί έμειναν και στην Αθήνα, τον Πειραιά και την Θεσσαλονίκη. Η ποντιακή είναι μια από τις περισσότερες μελετημένες διαλέκτους. Ο λόγος είναι η αρχαϊκή και μεσαιωνική της μορφή. Η Μικρασιατικοί περιοχή που μιλήθηκε η ποντιακή ήταν πολύ εκτεταμένη. Βρισκόταν στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου και κατά διαστήματα έφτανε σε αρκετό βάθος της ενδεχώρας. Άρχιζε από τα δυτικά από την αρχαία πόλη Ιωνοπολις και έφτανε ανατολικά μέχρι τη Ριζούντα και την Κολχίδα. Εστία όπου μιλήθηκε η ποντιακή διάλεκτος υπήρξαν στα παράλια η Σινώπη, η Ινέπολη, η Αμισος, τα Κοτυωρα, η Τραπεζούντα, τα Σουρμενα, η Τρίπολη. Η πιο μεγάλη ενδεχωρα οπυ ακούστηκε η ποντιακή διάλεκτος βρισκόταν νότια της Τραπεζούντας με τις περιοχές της Ματσούκας, Σάντας, Γεμουρας, Κρώμνης, Χαλδιας. Οι Πόντιοι των περιοχών αυτών ήταν συντριπτικά οι περισσότεροι από όλους τους Πόντιους και αποτελούσαν τα εννεαδεκατα του ποντιακού ελληνισμού και οι πολυπληθέστεροι από αυτούς ήταν οι κάτοικοι της Χαλδαίας, με πρωτεύουσα την Αργυρούπολη ( Κιμισχανά). Ποντιακά μιλούσαν και σε περιοχές του εσωτερικού της Μίκρας Ασίας όπου υπήρξαν παροικίες από Πόντιους μεταλλωρύχους ( ματεντζηδες), περιοχές βόρεια του Αλυ ποταμού, στο Ικόνιο κοντά στο όρος Ταύρος αλλά και στο Ντιαμπεκρι. Ποντιακά μιλούσαν και συμπαγείς πληθυσμοί στα νότια της Ρωσίας, όπου κατέφυγαν 200 χιλιάδες Πόντιοι κατά τον 16ο αιώνα, αλλά και μετά το 1914, στις παραμεθόριες με την Τουρκία περιοχές του Καυκάσου ( Καρς, Βατούμ), και ακόμη πιο μέσα στην Μαριούπολη και Κρασνοντάρ).

Είναι αξιοσημείωτο, ότι μέχρι σήμερα η ποντιακή διάλεκτος εξακολουθεί να μιλιέται σε τρεις περιοχές στον Πόντο από ελληνόφωνους μουσουλμάνους, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί από την ανταλλαγή των πληθυσμών λόγω του θρησκεύματος τους. Οι τρεις αυτές περιοχές είναι:

1). Η πόλη Τόνια και έξι γειτονικά χωριά.

2). Έξη χωριά στην περιοχή των Σουρμένων

3). Τριάντα χωριά στην κοιλάδα του ποταμού Οφη.

Σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε στην ποντιακή διάλεκτο τις αρχικές καταβολές των πρώτων Ελλήνων άποικων, των Ιώνων της Μιλήτου από τις αρχές του 8ου αιώνα. Ακολούθησε ο μεσαιωνικός χαρακτήρας που προσέδωσε στην ποντιακή , ο μακραίωνος βυζαντινός βίος. Η ποντιακή διάλεκτος διέσωσε πολλά στοιχεία της αρχαίας Ελληνικής. Μοιραία πάντως αυτή η τελευταία διάλεκτος της Μικρας Ασίας θα εξαφανιστεί. Τα πρώτα χρόνια της άφιξης τους στην Ελλάδα οι πρόσφυγες μιλούσαν την Ποντιακή στους συνοικισμούς που εμενενα. Όταν κατάλαβαν πως δεν θα επιστρέψουν πίσω- όπως αρχικά πίστευαν- κατάλαβαν πως επερεπ να μιλούν την νεοελληνική για να μπορέσουν να συναναστραφούν με τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες αδυνατούσαν να καταλάβουν την ποντιακή διάλεκτο. Όσο πιο διαφορετικό και δύσκολο ήταν το γλωσσικό ιδίωμα των προσφύγων, τόσο πιο ακατανόητο ήταν για τους άλλους και τόσο η ανάγκη να το εγκαταλείψουν, σαν μέσο επικοινωνίας, με τους άλλους, μεγαλύτερη. Δεν πρέπει πάντως να μας διαφεύγει το γεγονός πως οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, δεν αντιμετωπίστηκαν ευμενώς από τους άλλους Έλληνες στον πρώτο καιρό της εγκατάστασης τους. Η γενική διάθεση απέναντι τους υπήρξε περιπαικτική, και πολλές φορές υβριστική. Οι διάφορες προσωνυμίες που τους αποδόθηκαν ήταν Αουτηδες, Τουρκόσποροι, νεπεν, δείγμα των προβλημάτων που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες κατά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα. Είναι φυσικό όπου οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε συμπαγείς οικισμούς, το μικρασιατικό τους ιδίωμα, διατηρήθηκε περισσότερο χρόνο και με λιγότερες επιδράσεις. Ακόμη και σήμερα οι πρόσφυγες τρίτης γενιάς συνεχίζουν να επικοινωνούν με τους δικούς τους οικείους και συμπατριώτες, στο γλωσσικό ιδίωμα που έφεραν από την πατρίδα τους.

Η ποντιακή διάλεκτος συνεχίζει να ομιλείται από τους ηλικιωμένους Πόντιους αλλά και από τους νεότερους σε περιβάλλον οικογενειακό, φιλικό, και έχει τον χαρακτήρα επιβεβαίωσης πιο πολύ της ταυτότητας της ποντιακής καταγωγής του ομιλητή και εκδήλωσης της επιθυμίας του να διατηρηθεί η ποντιακή λαλιά. Το ίδιο ισχύει και για την Τετάρτη γενιά, σε περιοριστικούς όρους φυσικά. Από τη στιγμή που η ποντιακή διάλεκτος παύει να αποτελεί γλώσσα επικοινωνίας, είναι μοιραίο να αφανίζεται σιγά – σιγά και με το πέρασμα των χρόνων να καταντήσει μουσειακή γλώσσα. Έστω και αν η ποντιακή διάλεκτος είναι η μόνη ελληνική γλωσσική μορφή που μιλήθηκε στο διάστημα, κατά την επικοινωνία της ελληνικής καταγωγής Ρώσου αστροναύτη, με την ποντιόφωνη οικογένεια του στην Θεσσαλονίκη.

Αποσύρεται το βιβλίο της ΣΤ' Δημοτικού


Η απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού φερόταν έως αργά χθες το βράδυ ο πιθανότερος επίλογος ενός μακρόσυρτου σίριαλ, που έφερε να πρωταγωνιστούν στο ίδιο σκηνικό πολέμου, πολιτικοί, επιστήμονες, κοινή γνώμη, και κατά πολλούς ήταν η αιτία «εξοστρακισμού» από τη Βουλή της κ. Μαριέττας Γιαννάκου. Ο νέος υπουργός Παιδείας Ευριπίδης Στυλιανίδης αναμένεται άμεσα να ανακοινώσει την αντικατάσταση του σχολικού εγχειριδίου καθώς οι επ' αυτού εισηγήσεις πυκνώνουν, έχοντας ως επίκεντρο την εξομάλυνση της όλης κατάστασης το ταχύτερον δυνατόν, με μια λύση που θα αφήνει ελάχιστα περιθώρια όξυνσης... Μόλις χθες, και μετά το σχετικό αίτημα του κ. Στυλιανίδη, το αρμόδιο τμήμα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου συνεδρίασε και απεφάνθη ότι στο «νέο» σχολικό εγχειρίδιο δεν έχουν διορθωθεί από τη συγγραφική ομάδα βασικές παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών, δίνοντας ένα ισχυρότατο επιχείρημα για την απόσυρση του βιβλίου. Ηδη, δάσκαλοι της ΣΤ΄ Δημοτικού διδάσκουν με δική τους πρωτοβουλία το αμέσως προηγούμενο βιβλίο, το οποίο έχει δοκιμασθεί στα σχολεία επί 17 χρόνια, προτού αντικατασταθεί από το επίμαχο. «Είναι πολύ πιθανή η απόσυρση του βιβλίου διότι υπάρχουν έντονες αντιδράσεις», τόνισε ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, Θάνος Βερέμης, αποτυπώνοντας το κλίμα που έχει διαμορφωθεί. Θέμα ημερών, αν όχι... ωρών, θεωρείται η απόσυρση του επίμαχου βιβλίου της Ιστορίας ΣΤ΄ Δημοτικού. Το πολύμηνο -ιστορικοπολιτικό και εκπαιδευτικό- θρίλερ που κράτησε επί σχεδόν ένα εξάμηνο βαίνει προς το τέλος του, καθώς όλοι αναμένουν τη λύση από τον νέο υπουργό Παιδείας κ. Ευρυπίδη Στυλιανίδη. Πληροφορίες αναφέρουν ότι χθες το τμήμα Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου συνεδρίασε επί σχεδόν έξι ώρες ώστε να δώσει απάντηση σε δύο ερωτήματα που έθεσε ο νέος υπουργός Παιδείας κ. Eυριπίδης Στυλιανίδης:

- Κατά πόσον έγιναν οι διορθώσεις με βάση τις παρατηρήσεις της Ακαδημίας Αθηνών;

- Είναι κατάλληλο το νέο βιβλίο για τα σχολεία; Ποια η τελική σας αξιολόγηση;

Το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ανέφερε ότι ένα μεγάλο μέρος των παρατηρήσεων έγινε, αλλά μερικές απ’ όσες δεν έγιναν κρίνονται σημαντικές. Για το δεύτερο ερώτημα, δεν απάντησε ευθέως, θεωρώντας ότι ένα βιβλίο πρέπει να αξιολογηθεί και στη σχολική πράξη. Το κλίμα υπέρ της απόσυρσης αποτύπωσε ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας κ. Θάνος Βερέμης, ο οποίος τόνισε στην «Κ» ότι «οι αντιδράσεις για απόσυρση είναι έντονες», παρατηρώντας ότι «η συζήτηση για το βιβλίο γίνεται σε λάθος βάση». Ειδικότερα, ο κ. Στυλιανίδης θα ανακοινώσει εντός της εβδομάδας την τελική του απόφαση για την απόσυρση του σχολικού βιβλίου, που γράφηκε από συγγραφική ομάδα με επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΑΠΘ κ. Μαρία Ρεπούση, καθώς οι πιέσεις εντείνονται σε δύο επίπεδα. Τόσο από την πλευρά εκείνων που αντιδρούν στο βιβλίο και ζητούν την απόσυρσή του, όσο και από εκείνους που ζητούν μια ξεκάθαρη, οριστική λύση στο θέμα. Είναι ενδεικτικό ότι για το μάθημα της Ιστορίας Στ΄ Δημοτικού σε κάποια σχολεία χρησιμοποιείται το προηγούμενο σχολικό εγχειρίδιο. «Είναι πολύ πιθανή η απόσυρση διότι υπάρχουν έντονες αντιδράσεις για το βιβλίο» ανέφερε ο κ. Βερέμης στην «Κ». «Νομίζω βέβαια ότι θα πρέπει να αξιοποιήσουμε τη νέα, μετά και τις διορθώσεις, εκδοχή του βιβλίου, η οποία θα αξιολογηθεί στην πράξη. Πιστεύω ότι το σημαντικό ζήτημα είναι πως το μεγαλύτερο μέρος των αντιδράσεων αγγίζει τα στερεότυπα με τα οποία είναι εθισμένοι οι νεοέλληνες και όχι την ουσία των προβλημάτων του βιβλίου» συμπλήρωσε. Με ενδιαφέρον, άλλωστε, αναμένεται η επιχειρηματολογία, η οποία θα χρησιμοποιηθεί από τη νέα ηγεσία του υπουργείου για την απόσυρση του βιβλίου. Και αυτό διότι ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής προεκλογικά είχε αναφέρει ότι το διορθωμένο βιβλίο θα σταλεί στα σχολεία και θα αξιολογηθεί από την εκπαιδευτική κοινότητα. Καταγράφονται, βέβαια, δύο ουσιαστικά επιχειρήματα:

- Το βιβλίο έχει αμφισβητηθεί έντονα και άρα δεν μπορεί να παραμείνει στα σχολεία χωρίς κραδασμούς.

- Δεν έγιναν όλες οι διορθώσεις με βάση το πόρισμα της Ακαδημίας Αθηνών.

Η επίλυση του ζητήματος της Ιστορίας θα... λύσει τα χέρια του νέου υπουργού ώστε να δρομολογηθεί η λύση σε άλλα άμεσα ζητήματα, όπως η κάλυψη των κενών θέσεων των εκπαιδευτικών.

Μαρτυρία απο Πόντιους στο χωριό Μειντάν

"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι' έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι' ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.Η πυρπόλησηΟι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.Κι' όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι' οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι' αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση...Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους - πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".

O ΧΑΡΡΥ ΚΛΥΝΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΤΙΣ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗN ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Από τη Θεσσαλονίκη θα ξεκινήσει τις παραστάσεις του ο Χάρρυ Κλυνν που εδώ και ένα χρόνο είναι πλέον «μόνιμος κάτοικος Καλαμαριάς». Συγκεκριμένα, ο δημοφιλής κωμικός «έκλεισε» με το ανακαινισμένο θέατρο «ΑΘΗΝΑΙΟΝ» που διαθέτει δυο πανέμορφες θεατρικές αίθουσες. Μία μεγάλη 400 ατόμων και μία μικρή 120 ατόμων. Ο Χάρρυ Κλυνν, που ήδη συγκροτεί το θίασό του που θα αποτελείται κατά κύριο λόγο από νέους Θεσσαλονικείς ηθοποιούς, σχεδιάζει να ανεβάσει ως πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης κατά τη διάρκεια θεατρικού του χειμώνα δυο παραστάσεις. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου θα παρουσιάσει στο κοινό της Θεσσαλονίκης από τη μεγάλη αίθουσα του «ΑΘΗΝΑΙΟΝ» τη μετεκλογική σατιρική μουσική παράσταση «ΑΓΑΝΤΑ…» που υπόσχεται γέλια μέχρι δακρύων σε κείμενα δικά του και του μόνιμου συνεργάτη των τελευταίων ετών Ντίνου Σπυρόπουλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια θα φιλοτεχνήσει ο Μιχάλης Σδούγκος και η μουσική θα είναι του Νίκου Στρατηγού. Η η μουσική σάτιρα «ΑΓΑΝΤΑ…» θα παίζεται με τη συνοδεία «ζωντανής ορχήστρας» στη μεγάλη σκηνή του «ΑΘΗΝΑΙΟΝ» για τρεις μήνες από 15 Νοεμβρίου έως 15 Φεβρουαρίου. Από το Φεβρουάριο και μέχρι το τέλος θεατρικής σεζόν η σάτιρα θα παραχωρήσει τη θέση της στο αριστούργημα του Άρθουρ Μίλερ «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΑΚΟΥ». Μια ενδιαφέρουσα παράσταση τόσο από ερμηνευτικής, όσο και από σκηνοθετικής πλευράς μια και η πλοκή του κλασικού έργου του Άρθουρ Μίλερ τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή. Τη μικρή σκηνή των 120 ατόμων ο Χάρρυ Κλυνν σκέφτεται να την αφιερώσει κυρίως στο Stand-up Comedy φιλοξενώντας νέους Θεσσαλονικείς κωμικούς και συγγραφείς που υπηρετούν αυτό το δύσκολο θεατρικό είδος, αλλά και ως σκηνή που θα φιλοξενεί καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα σύγχρονους θεατρικούς μονολόγους και μονόπρακτα νέων Θεσσαλονικιών συγγραφέων και ηθοποιών. Πολύ σύντομα θα ανακοινωθούν από τις εφημερίδες και τους τοπικούς ραδιοσταθμούς οι ημερομηνίας ακρόασης (ODISION) για άντρες και γυναίκες ηθοποιούς και χορευτές που θα επιλεγούν να υπηρετήσουν και τις δυο σκηνές.

Η Παναγία Σουμελά στους αιώνες


Η Παναγία Σουμελά είναι ένα μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού. Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς. Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας. Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους. Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου. H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος Α΄ Kομνηνός (1332-1340). Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄». Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες. H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.

Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα. Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού. Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Iσμέτ Iνονού επισκέφτηκε την Aθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Oκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος». H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των δεκαπέντε Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:

Eμέν Kρωμναίτε λένε με

Kανέναν κι φογούμαι.

Ση Σουμελάς την Παναγιάν

θα πάγω στεφανούμαι!»

Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στην Καστανιά της Βέροιας.

Χιλιάδες Πόντιοι συρρέουν στην Παναγία Σουμελά


Στις πλαγιές του Βερμίου, κοντά στο χωριό Καστανιά, βρίσκεται το πνευματικό κέντρο του Ποντιακού Ελληνισμού, η Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά. Μια ιστορία, μια παράδοση και ένας θρύλος αγκαλιάζουν το σύμβολο του Πόντου, την Παναγία Σουμελά. Ήταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς αυτός που χάραξε τη μορφή της Παναγίας πάνω σε ξύλο. Η εικόνα της Σουμελά, βρέθηκε μετά το θάνατο του Λουκά στην Αθήνα και για αυτό το λόγο, αρχικά είχε ονομαστεί ως η Παναγία η Αθηνιώτισσα. Στο τέλος του 4ου αιώνα (380- 386) ιδρύθηκε στο όρος Μελά της Τραπεζούντας, το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο (κατά κόσμο Βασίλειος και Σωτήρχος, θείος και ανιψιός, κάτοικοι και οι δυο Αθηνών). Με μοναδικά εφόδια την πίστη, την επιμονή και την εργατικότητα, οι δυο ερημίτες μοναχοί, κατόρθωσαν να χτίσουν την εκκλησία της Σουμελιώτισσας, σκαλιστή μέσα στο βουνό. Από τότε έγινε γνωστή ως ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ (Εις του Μελά-στου Μελά-Σουμελά). Μέχρι το 1922, υπήρξε ο οδηγός, ο παρηγορητής, ο συμπαραστάτης, το καταφύγιο και ο εμψυχωτής των Ελληνοποντίων. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας, καθώς και της αναζωπύρωσης της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των πιστών. Ο αναπάντεχος ξεριζωμός, ερήμωσε μαζί με τον αλησμόνητο Πόντο και τη Βίγλα της Σουμελιώτισσας. Με την ανταλλαγή, τα ιερά κειμήλια παραχωρήθηκαν, και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης, ύστερα από ενέργειες του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέντ Ινονού. Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά. Το 1951-1952 η εικόνα παραχωρείται στο σωματείο "Παναγία Σουμελά" Θεσσαλονίκης, το οποίο και άρχισε την ανέγερση της Μονής, σε ένα επίπεδο του Βερμίου, πάνω από το χωριό Καστανιά, που είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του Προσκυνήματος. Η " Αθηνιώτισσα" και "Σουμελιώτισσα" γίνεται τότε Βερμιώτισα και πανελλήνιο Προσκύνημα. Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο. Χάρη στην ευλάβεια και θεοσέβεια των Ποντίων και φιλοποντίων, δημιουργήθηκαν διάφορα κτίρια. Η διοίκηση της Παναγίας Σουμελά, φρόντισε για τη δημιουργία μουσειακής συλλογής από ιερά σκεύη, εικόνες και άμφια, αλλά και τη δημιουργία αξιόλογης βιβλιοθήκης. Σήμερα το κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει δυο εκκλησίες δέκα ξενώνες με 620 κρεβάτια, ένα εστιατόριο, δυο τουριστικά περίπτερα βρύσες, τηλέφωνα, ηλεκτρικό φως, χώρους στάθμευσης, πλατεία, εκατοντάδες καλλωπιστικά και καρποφόρα δέντρα. Κάθε χρόνο, το τριήμερο του 15Αύγουστου, είναι πρωτοφανής η συρροή χιλιάδων προσκυνητών από όλα τα διαμερίσματα της χώρας και το εξωτερικό. Η περιφορά της Εικόνας, μέσα στο χώρο του ιερού προσκυνήματος, γίνεται με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση, είναι μια από τις πιο συγκινητικές και κατανυκτικές ακολουθίες.


Το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή..



Πρόχειρες σημειώσεις που μπορεί να γίνουν το ημερολόγιο ενός ταξιδευτή. Έσεια θα το κρίνετε. Οι πρώτες μου συγγραφικές απόπειρες.Δεν θα έλεγα πως είναι η απόπειρα ενός βιβλίου. Μάλλον οι σκέψεις ενός ταξιδευτή- προσκυνητή. Ποιος ξέρει, που μπορεί να με οδηγήσει αυτός ο δρόμος..

«..Το τελευταίο προπύργιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αντιστάθηκε μέχρι τα 1461 στον Μωάμεθ τον Β’. Το τελευταίο κομμάτι ελεύθερης ορθόδοξης γης έπεσε στα χέρια των Τούρκων, μέσα στην γενική αδιαφορία. Χωρίς να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για το ένδοξο παρελθόν της, η Ευρώπη έχει μπει ήδη στην εποχή της Αναγέννησης. Ιδρυμένη από την οικογένεια των Κομνηνών η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, κράτησε μέχτο το τέλος την περηφάνια της. Η πτώση της Τραπεζούντας προαναγγέλλει τέσσερις αιώνες Οθωμανικής νύχτας. Από τότε που στις 29 Μάιου του 1453, οι Τούρκοι του σουλτάνου Μωάμεθ του Β’, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, το μόνο που απόμεινε στην περήφανη βυζαντινή αυτοκρατορία, είναι αυτό το μικρό κομμάτι ελληνικού και χριστιανικού εδάφους: η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Ένα μικρό κομμάτι εδάφους κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας. Αυτή η αυτοκρατορία είναι ένα αγκάθι χωμένο στα πλευρά του Σουλτάνου, μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα έχει γίνει ο οφθαλμός όλων των πόλεων, το βλέμμα που ξεπερνάει τον κόσμο, η τροφός των Εκκλησιών, ο οδηγός της Ορθοδοξίας, και το ύστατο οχυρό της Ρώμης, το δεύτερο ουράνιο στερέωμα που προαναγγέλλει ότι δημιουργούν τα χέρια του Θεού. Η περηφάνια των τελευταίων κατοίκων της Τραπεζούντας μεγάλωνε ανάλογα με την σύμφορα τους. Εκείνες τις ημέρες όμως του 1461, η αυτοκρατορία θυμίζει το Βασίλειο των σκιών. Όλοι άφησαν τις ζωές τους στα χέρια του Κυρίου, θέλοντας προφανώς να ξεχάσουν πως οι αυτοκρατορίες είναι εξίσου θνητές με τους ανθρώπους. Σε τι χρησιμεύουν άραγε τα λόγια, όταν ο Θεός δείχνει αμείλικτος; Η Τραπεζούντα πριν από την λησμονιά. Έξω από τα κάστρα αυτής της πόλης, εκείνους τους μακρινούς καιρούς, η Χριστιανική Ανατολή έζησε τις ημέρες της. Ο Μωάμεθ έδωσε ένα τέλος στην χιλιόχρονη αυτοκρατορία. Σκεπτόμενος όλα αυτά, αισθάνομαι κάτω από τα βλέφαρα μου στεγνά δάκρυα να με καίνε. Περπατάω εδώ στα χώματα της τελευταίας αυτοκρατορίας των Ελλήνων στην Ανατολή. Περπατάω εδώ στην γή των προγόνων μου. Από εδώ ξεκίνησαν όλα για εμάς, τους απογόνους της Ποντιακής φυλής που μεγαλούργησε σε αυτά τα χώματα. Κοιτάω την Τραπεζούντα από το παράθυρο του ξενοδοχείου και χάνομαι στα βάθη της ιστορίας. Η Πόλη των Κομνηνών, η χιλιοτραγουδισμενη Τραπεζούντα, το τελευταίο οχυρό της Χριστιανοσύνης εκείνα τα χρόνια, τα γεμάτα σκιές και πόνο. Σε αυτά τα χώματα, ρίχνω τα τελευταία δάκρυα της καρδιάς μου για την χαμένη Ποντιακή γη. Νιώθω να ζω ξανά το παρελθόν. Είναι δυνατόν; Κάπου διάβασα πως η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορείς να ξυπνήσεις ποτέ. Ίσως να είναι έτσι. Στέγνωσαν τα σωθικά μου από τον πόνο. Είδα τα κάστρα του Πόντου να υποχωρούν να γκρεμίζονται. Από τα νερά της Μαύρης Θάλασσας, θα πιω να δροσιστώ. Τα δάκρυα της καρδιάς μου ακόμη και τώρα πέφτουν, αλλά όχι μάταια. Ο παλιός κόσμος χάθηκε, γονάτισε και έσβησε στον δρόμο των δακρύων, στον δρόμο της εξόδου από τον Πόντο. Πολύς ο καιρός στις σκιές, σκοτεινά τα τελευταία τους όνειρα. Τα λουλούδια όμως σε πείσμα του μαρασμού, φυτρώνουν ακόμα στα βουνά του πόντου για όλους εκείνους που χάθηκαν. Αλίμονο σε εκείνους, που έλαχαν οι ζοφερές εκείνες ημέρες. Οι νέοι πέθαιναν και οι γέροι έμειναν πίσω να μαραζώνουν. Πολλοί έζησαν για να δουν τις τελευταίες ημέρες της φυλής μας. Αλίμονο , η σκοτεινιά βασίλευε στις καρδιές όλων, εκείνες τις κρύες μέρες του 1922.. Οι πατεράδες έθαψαν τα παιδιά τους, τα βουνά ράγισαν από τον πόνο και το κλάμα των μανάδων. Και τώρα εμείς, δεκαετίες μετά, αναζητούμε τον δρόμο για τις αίθουσες των προγόνων μας. Για αυτό δεν βρίσκομαι εδώ; Ποτέ δεν ξέχασα όλους εκείνους που κράτησαν τους δεσμούς του οίκου μας ζωντανούς. Αυτό δεν είναι το τέλος είναι η αρχή. Το παρελθόν επιστρέφει και καίει τα σωθικά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα.Ταξιδεύω στους λαβύρινθους της ιστορίας. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στο πλευρό του Δαβίδ Κομνηνού τον Ιούλιο του 1461, όταν ο αρχιστράτηγος Αμπντουλαχ Αμάρ, εμφανίστηκε σαν δαίμονας στους χειρότερους εφιάλτες του αυτοκράτορα, μπροστά στα τείχη της Τραπεζούντας. Πόσος αδύναμος θα αισθανόταν ο τελευταίας Έλληνας αυτοκράτορας στην Ανατολή, γνωρίζοντας πως πέρα από τους 100 Βένετους στρατιώτες, δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη βοήθεια. Η Δύση είχε σωπάσει στις έκκλησης της πόλης γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη της. Ο Αμπντουλάχ Αμάρ πολιόρκησε την Τραπεζούντα 32 ημέρες πριν ο Δαβίδ του την παραδώσει, παρά τις αντιρρήσεις του απλού λαού. Τι θα μπορούσε όμως να είχε γίνει, ακόμη και να οι πολιορκημένοι άντεχαν; Περισσότερα πτώματα και τίποτε άλλο. Ο Μωάμεθ ήθελε να βγάλει το αγκάθι από τα πλευρά του, καταστρέφοντας την Τραπεζούντα. Αυτός ήταν και ο λόγος που έστειλε τον καλύτερο αρχιστράτηγο του να πολιορκήσει την πόλη. Τόσοι θρύλοι είχαν ακουστεί για τον Αμάρ, που έτρεμες πριν ακόμη τον γνωρίσεις. Αυτός ο άνθρωπος έκανε αργότερα την Ευρώπη να ριγήσει. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο για την αυτοκρατορία. Η νοσταλγία εκείνων των ημερών, οι θύμισες της ιστορίας μου δίνουν μια πικρή γεύση. Όταν σε επισκέπτονται οι αναμνήσεις, νομίζεις ότι βλέπεις τον περασμένο χρόνο μέσα από ένα γυάλινο βουνό. Τίποτε δεν είναι σαν τότε. Ο κόσμος που μπορεί να πλάσει ένας νοσταλγός των καιρών, είναι μόνο μέσα στο μυαλό του και στην φαντασία του. Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που με βασάνιζε πάντα ήταν γιατί η Τραπεζούντα αγαπήθηκε και τραγουθηκε τόσο, όταν στη πρώτη απόπειρα της ιστορίας, να γεννηθεί ένα ανεξάρτητο Ποντιακό κράτος ήταν η Αμάσεια και η Σινώπη οι πόλεις που έκλεισαν το μάτι στην Μοίρα. Τότε που ο Μιθριδάτης ο Ευπατορας, επέκτεινε το Βασίλειο του Πόντου, νίκησε τους Ρωμαίους και εδραίωσε την κυριαρχία του σε αυτά τα μέρη. Ο θάνατος του όμως ήταν το πρώτο σημάδι, πώς αυτός ο τόπος θα γέμιζε με αίμα Ελληνικό, χωρίς ποτέ να περάσει δια παντός στους Έλληνες. Η αλήθεια πάντως είναι πώς ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε αυτά τα μέρη. Η άλωση της Τραπεζούντας σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση. Αυτό είναι αλήθεια. Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι. Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461. Είναι Τυχαίο πώς το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας; Όχι βέβαια. Μόνο από τύχη δεν γένονται όλα αυτά. Η διάβαση στους δρόμους της ιστορίας του μυαλού μου συνεχίζεται. Για να καταλάβεις καλά τα μέρη που πατάς, πρέπει να ανοίξεις το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και εγώ ακόμη και τώρα, στην γη των προγονών μου την ανοίγω. Η ιστορία είναι πάντα οδηγός. Αν δεν ξέρεις το παρελθόν δεν μπορείς να πορευτείς στο μέλλον. Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικρός Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του Ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον Ρωσικό Στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διεψεύσθησαν. Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι. Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθησαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Στ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραθέσω τα στοιχεία της αναταλαγης, την μετακίνηση του Ποντιακού Ελληνισμού που μεγαλούργησε σε αυτά τα μέρη. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία. Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά και συνάμα δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Στην Ελλάδα η μοίρα των Ποντίων συνδέθηκε άρρηκτα με τη μοίρα των υπολοίπων προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν τεράστιο και η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να το αντιμετωπίσει από μόνη της. Για το λόγο αυτό προσέφυγε στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ σε μια κοινωνία με απαρχαιωμένους θεσμούς και σε μια ουσιαστικά καθυστερημένη οικονομία. Οι θετικές αλλαγές της άφιξης των προσφύγων εντοπίζονται σε διάφορες πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού βίου. Ας τις εξετάσουμε λοιπόν ξεχωριστά. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Κι εδώ η προσφορά των προσφύγων ήταν τεράστια. Στα τέλη του 1922 η οικονομία της χώρας είχε σχεδόν αποσυντεθεί και η παραγωγή είχε πέσει πολύ χαμηλά. Όμως, οι πρόσφυγες ανέτρεψαν πλήρως την κατάσταση. Οι ανάγκες της εγκατάστασής τους οδήγησαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μεγάλων κτημάτων που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια μορφή ιδιοκτησίας γης. Ακόμη, εισήχθησαν νέες καλλιέργειες και εφαρμόσθηκαν νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1922 η σταφίδα αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια, λόγω, όμως, των συνεχών σταφιδικών κρίσεων αντικαταστάθηκε από τον καπνό ο οποίος κάλυψε το 70% περίπου των ελληνικών εξαγωγών. Η καλλιέργεια του καπνού γινόταν μάλιστα κατά τα 2/3 από πρόσφυγες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δέκα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων η καλλιεργήσιμη γη είχε αυξηθεί κατά 55% και το αγροτικό εισόδημα είχε διπλασιασθεί. Αλλά και στον τομέα της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας η προσφορά των προσφύγων ήταν ευεργετική. Αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι, όπως η μεταξουργία, η κεραμεική, η χαλκουργία, η ταπητουργία, η αργυροχοϊα και η βυρσοδεψία. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland.Δεν θέλω να σταθώ στην γενοκτονία και στα όσα βίαια συνέβησαν εκείνα τα μαύρα χρόνια που βασίλευε το σκοτάδι. Οι Πόντιοι πλήρωσαν όσο κανένας άλλος λαός το μένος των Τούρκων. Κανένας λαός δεν βίωσε με τόσο βίαιο τρόπο την μανία των Νεότουρκων. Γενοκτονία. Μόνο στην θύμηση των όσων διάβασα και των όσων άκουσα από την γιαγιά, ο λαιμός μου μπουκουνει. Με το ζόρι συγκρατώ τα δάκρυα μου. Εχω κατέβει από το ξενοδοχείο και πλέον περπατώ στον κεντρικό δρόμο, κατευθυνόμενος προς το λιμάνι της Τραπεζούντας. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και συλλαμβάνω των εαυτό μου να ψάχνει τον λόγο που είμαι εδώ. Από παιδί ήθελα μια και καλή να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τον Πόντο. Θα μπορέσω; Μάλλον όχι. Και αν τους ανοίξω για τα καλά; Περπατάω στην γη που περπάτησαν ήρωες εκείνα τα χρόνια. Γιατί μόνο ως ήρωες μπορεί να χαρακτηρισθούν εκείνοι, που μέσα στην καρδιά του Οθωμανικού κράτους, μεγαλούργησαν κυρίευσαν οικονομικά τις πόλεις αυτές και έκαμαν τους Τούρκους υπάλληλους τους. Που να βρεις το κουράγιο να τα κάμεις όλα αυτά τώρα. Μόνο ένας ήρωας μπορεί να φερθεί έτσι. Νιώθω τυχερός που τα ζω όλα αυτά. Κοιτάω τον ουρανό θέλοντας να ευχαριστήσω τον Κύριο, που με κράτησε ζωντανό για να δω τη πόλη του γένους μου, την πόλη του οίκου μου, την πόλη από όπου ξεκίνησαν όλα. Ναι νιώθω τυχερός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν. Όπως η γιαγιά μου. Την θυμάμαι ακόμη και τώρα και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Άφηνα το κεφάλι μου να πέσει στην ποδιά της, μικρό παιδί εγώ, και άκουγα για άλλους τόπους μαγικούς. Τόπους που όλα ήταν καλά, τόπους που η γη, γέμιζε με τους θησαυρούς της τον κόσμο. Τόπους που ο Θεός χάρισε σε ανθρώπους που αγαπούσε. Την θυμάμαι να κοιτά πάντα προς την Ανατολή και να αναζητά. Τότε δεν καταλάβαινα, τώρα, ναι καταλαβαίνω. «Πες μου γιαγιά πες μου και αλλά για την χώρα εκείνη. Πες μου.» Και η γιαγιά μου δωστου να λέει και άλλες ιστορίες, για τα παιδιά της χρόνια, για τα καλοκαίρια που περνούσε στα παρχάρια, στα κτήματα της, στα βουνά της Τραπεζούντας. Σταματούσε να πάρει ανάσα, να κρύψει την συγκίνηση της, τα δάκρυα της, και μετά συνέχιζε. Πέρασε δύσκολα χρόνια η γιαγιά μου. Έχασε αδερφή, πατέρα, στην ανταλλαγή. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Νόμιζα πως ήταν σα παραμύθι. Όταν κατάλαβα πως δεν ήταν, ντράπηκα. Αν γύριζα τα χρόνια πίσω, σίγουρα δεν θα την ρωτούσα ποτέ. Δεν θα άνοιγα τις πληγές της. Όταν μεγάλωσα αρκετά την πρότεινα να την πάω στην Τραπεζούντα. Στον μαχαλά της. Να την πάω στο χωρίο που ανέβαινα τα καλοκαίρια. Λυβερα Ματσούκας. Το θυμάμαι ακόμη. Αν θα πάω; Φυσικά και θα πάω. Η απάντηση που μου έδωσε η γιαγιά μου με άφησε άναυδο. «Ακου γιάβρουμ. Ποτέ δεν θα πληρώσω εισιτήριο για να δω την πατρίδα μου» μου είπε και μου γύρισε την πλάτη για να μπει στο σπίτι της. Ήταν η τελευταία συζήτηση που είχαμε για τον Πόντο. Μέχρι που έκλεισε τα μάτια της, δεν συζητήσαμε ποτέ ξανά για τον Πόντο. Ήταν ο τελευταίος κρίκος που με έδενε με αυτή την γη. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα. Ταξιδεύω στους λαβύρινθους της ιστορίας. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στο πλευρό του Δαβίδ Κομνηνού τον Ιούλιο του 1461, όταν ο αρχιστράτηγος Αμπντουλαχ Αμάρ, εμφανίστηκε σαν δαίμονας στους χειρότερους εφιάλτες του αυτοκράτορα, μπροστά στα τείχη της Τραπεζούντας. Πόσος αδύναμος θα αισθανόταν ο τελευταίας Έλληνας αυτοκράτορας στην Ανατολή, γνωρίζοντας πως πέρα από τους 100 Βένετους στρατιώτες, δεν μπορούσε να υπάρξει άλλη βοήθεια. Η Δύση είχε σωπάσει στις έκκλησης της πόλης γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη της. Ο Αμπντουλάχ Αμάρ πολιόρκησε την Τραπεζούντα 32 ημέρες πριν ο Δαβίδ του την παραδώσει, παρά τις αντιρρήσεις του απλού λαού. Τι θα μπορούσε όμως να είχε γίνει, ακόμη και να οι πολιορκημένοι άντεχαν; Περισσότερα πτώματα και τίποτε άλλο. Ο Μωάμεθ ήθελε να βγάλει το αγκάθι από τα πλευρά του, καταστρέφοντας την Τραπεζούντα. Αυτός ήταν και ο λόγος που έστειλε τον καλύτερο αρχιστράτηγο του να πολιορκήσει την πόλη. Τόσοι θρύλοι είχαν ακουστεί για τον Αμάρ, που έτρεμες πριν ακόμη τον γνωρίσεις. Αυτός ο άνθρωπος έκανε αργότερα την Ευρώπη να ριγήσει. Το τέλος ήταν προδιαγεγραμμένο για την αυτοκρατορία. Η νοσταλγία εκείνων των ημερών, οι θύμισες της ιστορίας μου δίνουν μια πικρή γεύση. Όταν σε επισκέπτονται οι αναμνήσεις, νομίζεις ότι βλέπεις τον περασμένο χρόνο μέσα από ένα γυάλινο βουνό. Τίποτε δεν είναι σαν τότε. Ο κόσμος που μπορεί να πλάσει ένας νοσταλγός των καιρών, είναι μόνο μέσα στο μυαλό του και στην φαντασία του. Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που με βασάνιζε πάντα ήταν γιατί η Τραπεζούντα αγαπήθηκε και τραγουθηκε τόσο, όταν στη πρώτη απόπειρα της ιστορίας, να γεννηθεί ένα ανεξάρτητο Ποντιακό κράτος ήταν η Αμάσεια και η Σινώπη οι πόλεις που έκλεισαν το μάτι στην Μοίρα. Τότε που ο Μιθριδάτης ο Ευπατορας, επέκτεινε το Βασίλειο του Πόντου, νίκησε τους Ρωμαίους και εδραίωσε την κυριαρχία του σε αυτά τα μέρη. Ο θάνατος του όμως ήταν το πρώτο σημάδι, πώς αυτός ο τόπος θα γέμιζε με αίμα Ελληνικό, χωρίς ποτέ να περάσει δια παντός στους Έλληνες. Η αλήθεια πάντως είναι πώς ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας σε αυτά τα μέρη. Η άλωση της Τραπεζούντας σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση. Αυτό είναι αλήθεια. Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι. Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461. Είναι Τυχαίο πώς το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας; Όχι βέβαια. Μόνο από τύχη δεν γένονται όλα αυτά. Η διάβαση στους δρόμους της ιστορίας του μυαλού μου συνεχίζεται. Για να καταλάβεις καλά τα μέρη που πατάς, πρέπει να ανοίξεις το χρονοντούλαπο της ιστορίας. Και εγώ ακόμη και τώρα, στην γη των προγονών μου την ανοίγω. Η ιστορία είναι πάντα οδηγός. Αν δεν ξέρεις το παρελθόν δεν μπορείς να πορευτείς στο μέλλον. Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικρός Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του Ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον Ρωσικό Στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διεψεύσθησαν. Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Έκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι. Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθησαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Στ αυτό το σημείο θα πρέπει να παραθέσω τα στοιχεία της αναταλαγης, την μετακίνηση του Ποντιακού Ελληνισμού που μεγαλούργησε σε αυτά τα μέρη. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία. Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά και συνάμα δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Στην Ελλάδα η μοίρα των Ποντίων συνδέθηκε άρρηκτα με τη μοίρα των υπολοίπων προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν τεράστιο και η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να το αντιμετωπίσει από μόνη της. Για το λόγο αυτό προσέφυγε στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ σε μια κοινωνία με απαρχαιωμένους θεσμούς και σε μια ουσιαστικά καθυστερημένη οικονομία. Οι θετικές αλλαγές της άφιξης των προσφύγων εντοπίζονται σε διάφορες πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού βίου. Ας τις εξετάσουμε λοιπόν ξεχωριστά. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Κι εδώ η προσφορά των προσφύγων ήταν τεράστια. Στα τέλη του 1922 η οικονομία της χώρας είχε σχεδόν αποσυντεθεί και η παραγωγή είχε πέσει πολύ χαμηλά. Όμως, οι πρόσφυγες ανέτρεψαν πλήρως την κατάσταση. Οι ανάγκες της εγκατάστασής τους οδήγησαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μεγάλων κτημάτων που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια μορφή ιδιοκτησίας γης. Ακόμη, εισήχθησαν νέες καλλιέργειες και εφαρμόσθηκαν νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1922 η σταφίδα αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια, λόγω, όμως, των συνεχών σταφιδικών κρίσεων αντικαταστάθηκε από τον καπνό ο οποίος κάλυψε το 70% περίπου των ελληνικών εξαγωγών. Η καλλιέργεια του καπνού γινόταν μάλιστα κατά τα 2/3 από πρόσφυγες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δέκα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων η καλλιεργήσιμη γη είχε αυξηθεί κατά 55% και το αγροτικό εισόδημα είχε διπλασιασθεί. Αλλά και στον τομέα της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας η προσφορά των προσφύγων ήταν ευεργετική. Αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι, όπως η μεταξουργία, η κεραμεική, η χαλκουργία, η ταπητουργία, η αργυροχοϊα και η βυρσοδεψία. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Δεν θέλω να σταθώ στην γενοκτονία και στα όσα βίαια συνέβησαν εκείνα τα μαύρα χρόνια που βασίλευε το σκοτάδι. Οι Πόντιοι πλήρωσαν όσο κανένας άλλος λαός το μένος των Τούρκων. Κανένας λαός δεν βίωσε με τόσο βίαιο τρόπο την μανία των Νεότουρκων. Γενοκτονία. Μόνο στην θύμηση των όσων διάβασα και των όσων άκουσα από την γιαγιά, ο λαιμός μου μπουκουνει. Με το ζόρι συγκρατώ τα δάκρυα μου. Εχω κατέβει από το ξενοδοχείο και πλέον περπατώ στον κεντρικό δρόμο, κατευθυνόμενος προς το λιμάνι της Τραπεζούντας. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και συλλαμβάνω των εαυτό μου να ψάχνει τον λόγο που είμαι εδώ. Από παιδί ήθελα μια και καλή να κλείσω τους λογαριασμούς μου με τον Πόντο. Θα μπορέσω; Μάλλον όχι. Και αν τους ανοίξω για τα καλά; Περπατάω στην γη που περπάτησαν ήρωες εκείνα τα χρόνια. Γιατί μόνο ως ήρωες μπορεί να χαρακτηρισθούν εκείνοι, που μέσα στην καρδιά του Οθωμανικού κράτους, μεγαλούργησαν κυρίευσαν οικονομικά τις πόλεις αυτές και έκαμαν τους Τούρκους υπάλληλους τους. Που να βρεις το κουράγιο να τα κάμεις όλα αυτά τώρα. Μόνο ένας ήρωας μπορεί να φερθεί έτσι. Νιώθω τυχερός που τα ζω όλα αυτά. Κοιτάω τον ουρανό θέλοντας να ευχαριστήσω τον Κύριο, που με κράτησε ζωντανό για να δω τη πόλη του γένους μου, την πόλη του οίκου μου, την πόλη από όπου ξεκίνησαν όλα. Ναι νιώθω τυχερός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν. Όπως η γιαγιά μου. Την θυμάμαι ακόμη και τώρα και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Άφηνα το κεφάλι μου να πέσει στην ποδιά της, μικρό παιδί εγώ, και άκουγα για άλλους τόπους μαγικούς. Τόπους που όλα ήταν καλά, τόπους που η γη, γέμιζε με τους θησαυρούς της τον κόσμο. Τόπους που ο Θεός χάρισε σε ανθρώπους που αγαπούσε. Την θυμάμαι να κοιτά πάντα προς την Ανατολή και να αναζητά. Τότε δεν καταλάβαινα, τώρα, ναι καταλαβαίνω. «Πες μου γιαγιά πες μου και αλλά για την χώρα εκείνη. Πες μου.» Και η γιαγιά μου δωστου να λέει και άλλες ιστορίες, για τα παιδιά της χρόνια, για τα καλοκαίρια που περνούσε στα παρχάρια, στα κτήματα της, στα βουνά της Τραπεζούντας. Σταματούσε να πάρει ανάσα, να κρύψει την συγκίνηση της, τα δάκρυα της, και μετά συνέχιζε. Πέρασε δύσκολα χρόνια η γιαγιά μου. Έχασε αδερφή, πατέρα, στην ανταλλαγή. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Νόμιζα πως ήταν σα παραμύθι. Όταν κατάλαβα πως δεν ήταν, ντράπηκα. Αν γύριζα τα χρόνια πίσω, σίγουρα δεν θα την ρωτούσα ποτέ. Δεν θα άνοιγα τις πληγές της. Όταν μεγάλωσα αρκετά την πρότεινα να την πάω στην Τραπεζούντα. Στον μαχαλά της. Να την πάω στο χωρίο που ανέβαινα τα καλοκαίρια. Λυβερα Ματσούκας. Το θυμάμαι ακόμη. Αν θα πάω; Φυσικά και θα πάω. Η απάντηση που μου έδωσε η γιαγιά μου με άφησε άναυδο. «Ακου γιάβρουμ. Ποτέ δεν θα πληρώσω εισιτήριο για να δω την πατρίδα μου» μου είπε και μου γύρισε την πλάτη για να μπει στο σπίτι της. Ήταν η τελευταία συζήτηση που είχαμε για τον Πόντο. Μέχρι που έκλεισε τα μάτια της, δεν συζητήσαμε ποτέ ξανά για τον Πόντο. Ήταν ο τελευταίος κρίκος που με έδενε με αυτή την γη. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Νιώθω τα μάτια μου άδεια καθώς κοιτώ στο βάθος την Μαύρη Θάλασσα.»


Συνεχίζεται

Ο Λευτέρης Ζαγορίτης στην Παναγία Σουμελά



Ο Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της ΝΔ Λευτέρης Ζαγορίτης θα παρευρεθεί, ως εκπρόσωπος του κόμματος, στις εκδηλώσεις που θα λάβουν χώρα στην Παναγία τη Σουμελά, την Τετάρτη για τον εορτασμό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Στις φανέλες του Απόλλωνα Καλαμαριάς ο αετός του Πόντου


Από την ποδοσφαιρική περίοδο 2007-2008 θα υφίσταται στη φανέλα της Π.Α.Ε. Απόλλων Καλαμαριάς και το έμβλημα του Πόντου, ο μονοκέφαλος αετός, που θα υπάρχει στο μανίκι της επίσημης αγωνιστικής ενδυμασίας της ομάδας μας, αλλά και τις προπονητικές ενδυμασίες. Ο μονοκέφαλος αετός αποτελεί το σύμβολο δύναμης και σημασίας των Ελλήνων του Πόντου. Υπάρχει από τα πιο παλιά χρόνια, όπως φαίνεται στα νομίσματα της Σινώπης τον 4ο π.Χ. αιώνα. Στο έμβλημα διακρίνεται ο αετός να κοιτάζει προς το δεξί του φτερό.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (4)




Στιγμές ηρεμίας και συζήτησης λίγο πρίν τα ξημερώματα. Χάρρυ Κλύνν και Γιάννης Χατζηιωαννίδης. Αν και ο καιρός τα χάλασε το γλέντι ηταν καταπληκτικό.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (3)


Στην φωτο ο Παυλος Ιωσηφίδης, ο Μίμης Ιωαννιδης και ο Ηρακλής Γρηγοριάδης πρωταγωνιστησαν στο γλέντι που στηθηκε το βραδυ της Κυριακής.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007 (2)


Και αυτη η φωτογραφία ειναι απο το γλέντι το βραδυ της Κυριακής. Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο Αλέξης Παρχαρίδης, ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης και ο πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Καυκασίων Γιαννης Αλαματίδης.

Καλαμαριά: Πανηγυρι 2007


Αν και ο καιρός τα χάλασε εν τούτοις κάποιες από τις εκδηλώσεις έγιναν το Σάββατο 4 Αυγούστου στην Καλαμαριά για το πανηγύρι. Ο επικεφαλής της παράταξης «Όλοι για την Καλαμαριά» Βασίλης Τριανταφυλλιδης παρακολούθησε όλες τις εκδηλώσεις με τους στενούς του συνεργάτες. Παρά την βροχή το βράδυ της Κυριακής στήθηκε ένα γλέντι όπου πρωταγωνίστησαν πολλοί καλλιτέχνες της ποντιακής μουσικής. Στην φωτο ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης με τον υπεύθυνο τύπου της παράταξης Γιαννη Χατζηιωαννιδη και τον μοναδικό Αλέξη Παρχαρίδη που έκλεψε την παράσταση.

Kαμμία αναφορά για την Ποντιακή γενοκτονία


Κάθισα με έκπληξη και διάβασα όλα όσα είπε η κ. Γιαννάκου για τις διορθώσεις που υπέστησαν στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού και συγκεκριμένα στο μάθημα της ιστορίας. Ούτε και τώρα υπάρχει αναφορά για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Ούτε και τώρα γίνεται αναφορά για το Βασίλειο του Πόντου τη εποχή των Μιθριδατων, για την πτώση της Τραπεζούντας, για τα γεγονότα που συγκλόνισαν τον Πόντο από το 195 έως το 1922. Καμία αναφορά για τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου από τους Νεότουρκους του Κεμάλ, καμία αναφορά για την έξοδο από τα πατρογονικά χώματα του Πόντου. Καμία αναφορά για τους 700 χιλιάδες που περπάτησαν χιλιόμετρα για να βγουν στο λιμάνι της Τραπεζούντας, της Σαμψούντας, για να περάσουν στην Ελλάδα, που δεν ήταν έτσι και αλλιώς έτοιμη ( από πολλές απόψεις) να τους δεχθεί. Σε μια τρυφερή ηλικία τα παιδιά δεν θα μάθουν ποτέ για τον Ποντιακό Ελληνισμό, για τη ιστορία του τη κουλτούρα του, για την ΤΕΡΑΣΤΙΑ προσφορά του στην Ελλάδα. Δεν θα μάθουν ποτέ από πού ξεκίνησαν, πώς έζησαν, πως ήρθαν. Λες και εμείς οι Πόντιοι πέσαμε από τον Ουρανό ξαφνικά το 1922 για να ζήσουμε σε αυτά τα χώματα. Μια ιστορία βαμμένη με αίμα, που ΔΥΣΤΥΧΩΣ η συμπαθής καθόλα κ. Γιαννακου αρνείται πεισματικά να επιβάλει στους νεοκουλτουριαρηδες συγγραφείς να αναφέρουν στο βιβλίο τους. Μόνο λύπη μπορεί να αισθάνομαι σαν Έλληνας Ποντιακής καταγωγής. Μόνο θλίψη, μόνο απογοήτευση για το ευχαριστώ αυτής της πολιτείας στα 2 εκατομμύρια Πόντιους που υπάρχουν σήμερα στη Ελλάδα. Η μόνη μου τελικά ελπίδα είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας Κωνσταντίνος Καραμανλής. Είναι ο μόνος που μπορεί ( με το δικαίωμα που του δίνει ο νόμος) να αποσύρει μια και καλή το βιβλίο. Η άλλη αντίφαση της όλης ιστορίας είναι πώς θα μοιραστεί στα σχολεία το βιβλίο «Τα ματωμένα χώματα» της Είδους Σωτηρίου. Για όσους το έχουν διαβάσει, γνωρίζουν πως απεικονίζει την πραγματική εικόνα των όσων έγιναν στην Μίκρα Ασία. Μια αληθινή μεταφορά για τα όσα βίωσαν οι Έλληνες της Ιωνίας. Ίσως η διανομή του βιβλίου τα Ματωμένα Χώματα» είναι ένα πυροτέχνημα, καθώς βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με το πνεύμα των νέων βιβλίων και προγραμμάτων. Το ευχτηχημα είναι πως εμείς οι Πόντιοι μπορούμε μόνοι μας να γαλουχήσουμε τα παιδιά μας. Μπορούμε μόνοι μας να τους μάθουμε τη ιστορία μας, την φιλοσοφία μας, τη κουλτούρα μας. Δεν έχουμε τη ανάγκη καμίας μαρτυρίας της κ. Ρεπουση. Δεν έχουμε την ανάγκη της επιβεβαίωσης από κανέναν. Προχωράμε μόνοι μας, όπως προχωρήσαμε τόσους αιώνες, μέσα στην κάρδια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Προχωράμε μόνοι μας και δημιουργούμε μόνοι μας, παραμένοντας πιστοί της φρουροί της καταγωγής μας, και υπερήφανοι για αυτό που είμαστε. Δεν έχουμε τη ανάγκη καμίας επιβεβαίωσης. Γιατί απλά μόνοι μας φτάσαμε εδώ που είμαστε, και μόνοι μας θα πορευτούμε. Και σε τελική ανάλυση για τη οικογενειακή γαλούχηση, δεν θα ρωτήσουμε καμία Ρεπούση και καμία Γιαννακου. Με το συμπάθιο δηλαδή. Εχω την εντύπωση πάντως πως στην συζήτηση για το βιβλίο της ιστορίας πρέπει να προσέλθουν και οσοι εμειναν εως τώρα σιωπηλοί. Το γαμώτο της όλης ιστορίας είναι πώς 88 χρόνια μετά η Ελληνική πολιτεία αρνείται ακόμη τη παρουσία μας. Αυτό είναι το γαμώτο…

ΣΣ1

Με τον τίτλο "Από μένα χαιρετισμούς στην Ανατολία" ειχε κυκλοφορήσει το βιβλίο της Διδούς Σωτηρίου "Ματωμένα Χώματα" στην Τουρκία. Μάλιστα στην γειτονική χώρα το βιβλίο συγκαταλέγεται στα μπέστ σέλερ ολων των εποχών. Αρα, η Διδώ Σωτηρίου, εχει ηδη μπεί στην κουβέντα του βιβλίου.

ΣΣ2

Το συγκεκριμένο βιβλίο ιστορίας δεν γράφτηκε για να έχει λάθη.Είναι το αποτέλεσμα μιας ιδεολογικής τάσης-συμπηλύματος απο μια μεγάλη μερίδα της αριστεράς, της άκρας αριστεράς και ενός μικρού πυρήνα νεοφιλελεύθερων.Οι συγκεκριμένες δυνάμεις ξεσσάλωσαν μετά το 1995 όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο κ Σημίτης που είναι και απο τους πρωτεργάτες της ιδεολογικής τάσης. Οι απόψεις τους είναι χαρακτηριστικές: Οπαδοί όλοι τους: της ελληνοτουρκικής φιλίας,της ευρωπαικής πορείας της Τουρκίας χωρίς περιορισμό,της παράδοσης της Ελλάδας απο το θέμα του ονόματος της Μακεδονίας και ,της άσκησης της λεγόμενης βήμα-βήμα προσέγγισης με τους Τούρκους.

Η πολη της Αμάσειας


Στα δυτικά του Πόντου, εβδομήντα χιλιόμετρα νότια της Σαμψούντας, φτάνουμε στην πόλη της Αμάσειας. Στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν στην περιοχή 155.000 Ελληνες σε 392 κοινότητες με ισάριθμες εκκλησίες, με 325 σχολεία, όπου φοιτούσαν 10.000 μαθητές και δίδασκαν 565 διδάσκαλοι. Χτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Ιρι η Αμάσεια περιβάλλεται από απόκρημνα βουνά. Το 302 μ.Χ. έγινε η πρώτη πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου, αλλά στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι Τούρκοι εξολόθρευσαν τις πολυπληθείς ελληνικές και αρμενικές κοινότητες, κλείνοντας και τα τρία ελληνικά σχολεία που λειτουργούσαν μέχρι τότε. Περπατώντας στους δρόμους συναντήσαμε και εδώ κατοίκους να μιλούν την ποντιακή διάλεκτο. Μας μίλησαν για τις ελληνικές εκκλησίες και τα σχολεία που δεν υπάρχουν πλέον. Με το όνομα της πόλης έχουν συνδεθεί τα φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν εδώ από τους Τούρκους οι Ελληνες του Πόντου σε φυλακές-κάτεργα. Από τον Ιανουάριο του 1921 μέχρι και το 1923 πέρασαν από τα λεγόμενα «λευκά κελιά» εκατοντάδες Ελληνες, πολλοί από αυτούς με διακρίσεις στην οικονομική ζωή του Πόντου. Το Σεπτέμβριο του 1921 εκτελέστηκαν με απαγχονισμό, ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες, καθηγητές και μαθητές του Ελληνοαμερικανικού Κολεγίου Μερξιφούντας. Τις ίδιες ημέρες τουρκικά δικαστήρια καταδίκασαν σε θάνατο, χωρίς απολογία, άλλους 180 Πόντιους πατριώτες. Στην κεντρική πλατεία κρεμάστηκαν από τους Τούρκους περισσότεροι από 70. Στην πόλη επιβιώνουν οι παλιές ελληνικές γειτονιές, με σπίτια-φαντάσματα. Πολλά από αυτά βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Ιρι, που διασχίζει την Αμάσεια. Τελευταίος σταθμός μας η Σαμψούντα, η αρχαία Αμισός, Σαμσούν για τους Τούρκους, πανέμορφη, από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Πόντου. Το 1902 κατοικούσαν στην πόλη -100 χλμ. από την Κερασούντα- 8.000 Ελληνες και στα 4 σχολεία τους φοιτούσαν 1.150 μαθητές, ενώ πολλές ήταν και οι εκκλησίες. Στον πάνω μαχαλά, πολλοί κάτοικοι μας καλωσόριζαν στα ποντιακά, μας καλούσαν στα σπίτια τους να μας τρατάρουν, να μιλήσουν για τη ζωή τους και τις προσδοκίες τους. Εδειχναν να ζουν ήρεμα, μακριά από προβλήματα. Ο μητροπολιτικός ναός της Αγίας Τριάδας σήμερα δεν υπάρχει. Την κατεδάφισαν και στη θέση της έχτισαν τουρκικό σχολείο. Τα βάσανα των Ελλήνων της Σαμψούντας άρχισαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Τότε η τουρκική κυβέρνηση τους υποχρέωσε ή να δεχθούν τους Τούρκους πρόσφυγες από το Κοσσυφοπέδιο ή να φύγουν όλοι. Ετσι εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά χωριά περισσότεροι από 20.000 Τουρκαλβανοί της Σερβίας και πρώτοι οι Σαμψούντιοι δοκίμασαν τους διωγμούς του νεοτουρκικού κράτους, που κορυφώθηκαν με την επικράτηση του κινήματος του Κεμάλ το 1919. Η τραγωδία ολοκληρώθηκε από τον Ιούνιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1921 με την εφαρμογή νέου σχεδίου σφαγής. Χιλιάδες Ελληνες του Πόντου εκτοπίστηκαν. Πολλοί βρήκαν τραγικό θάνατο από την ταλαιπωρία, την πείνα, τη δίψα, την εξάντληση στο δρόμο προς την εξορία, από την αγριότητα των Τούρκων Τσέτηδων (ανταρτών) που τους αποδεκάτιζαν. Μετά την αναγκαστική αποχώρηση των Ποντίων και Αρμενίων το 1922, η μεγάλη διαδρομή της Ιστορίας βρίσκει την πόλη, όπου πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών ευημερούσαν 21.000 Ελληνες, αμιγώς μουσουλμανική.