Οι προσπάθειες των Κομνηνων


Η άνοιξη του 1204 υπήρξε μοιραία για τον ελληνισμό. Στις 13 Απριλίου οι σταυροφόροι κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν την ελληνική αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Από τα τρία κράτη που προέκυψαν το μακροβιότερο υπήρξε η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας η οποία επέζησε 275 χρόνια. Ιδρύθηκε από τα αδέρφια Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνό. Οι Κομνηνοί επικέντρωσαν τις προσπάθειες τους στη ισχυροποίηση της ποντιακής αυτοκρατορίας. Σύμβολο τους έγινε ο μονοκέφαλος αετός, που κοιτά πλέον προς Ανατολάς. Οι αυτοκράτορες του Πόντου, μετά την επίσημη αναγνώριση τους από τον Παλαιολόγο , που είχε ελευθερώσει τη Κωνσταντινούπολη το 1261, ονομαζόταν « εν Χριστώ πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Πειρατείας». Το 1258 το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης αποδέχτηκε την αυτοτέλεια της Εκκλησίας του Πόντου. Τον Ιούλιο του 1461 τα οθωμανικά στρατεύματα με επικεφαλής τον Μαχμούτ πολιόρκησαν την Τραπεζούντα. Ύστερα από πολιορκία 32 ημερών ο Δαβίδ παρέδωσε την πόλη ενάντια στη θέληση του λαού της πόλης. Οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης οι Οθωμανοί κατέλαβαν και το βασίλειο της Τραπεζούντας που είχε διατηρηθεί επί 257 χρόνια.

Ο πληθυσμος της Μικράς Ασίας


Το 1914 σε ολόκληρη την Μικρά Ασία κατοικούσαν 1.085.378 Έλληνες, από τους οποίους οι 267.482 ήταν εγκατεστημένοι στον Μικρασιατικό Πόντο. Με βάση την διορθωμένη στατιστική από τον , McCarthy, οι Έλληνες του Πόντου ήταν 312.515 άτομα από σύνολο 1.711.718 Ελλήνων. Με βάση την πατριαρχική απογραφή, ο Ελληνισμός του Πόντου ήταν 414170 από το σύνολο 2.068.401 ατόμων. Το 1880 από τους 750 χιλιάδες κατοίκους του βιλαετίου της Τραπεζούντας οι Έλληνες ήταν 240.000 χιλιάδες.

Το βασίλειο του Πόντου


Το Βασίλειο του Πόντου δημιουργήθηκε από την παρθικής καταγωγής δυναστεία των Μιθριδατών. Το 281 π.χ ο Μιθριδατης ο νεότερος όρισε για πρωτεύουσα του κράτους του την Αμάσεια. Κατά τη βασιλεία του Μιθριδάτη του Ε’ η πρωτεύουσα του Ποντιακού κράτους μεταφέρθηκε από την Αμάσεια στην Σινώπη. Το 88πχ. Ο Μιθριδάτης ο ΣΤ’ ο Ευπάτωρ κυρηξε τον πόλεμο στους Ρωμαίους. Κατέστησε τον Πόντο τον μεγάλο ανταγωνιστή της Ρώμης και ενσάρκωσε την ύστατη αντσιαστη των Ελλήνων στον Ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό. Λίγο πριν εισβάλει στην Ιταλία μέσω του Δούναβη αυτοκτόνησε στο Παντικάπαιον της Κριμαίας, καθώς τα στρατεύματα του εξεγέρθηκαν με τον γιο του Φαρνάκη τον Β’ επικεφαλής. Θάφτηκε στο βασιλικό νεκροταφείο της Σινώπης.

Ο Μυριοι στην Τραπεζούντα


Το 401 πχ κατά την επιστροφή των Μυρίων στα ελλαδικές τους πατρίδες τους, ο Ξενοφώντας που ηγούνταν του στρατεύματος συνάντησε στα παράλια του Εύξεινου Πόντου «πόλεις ελληνίδας». Αναφέρει μάλιστα την Τραπεζούντα, τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, την Αμισό και την Σινώπη. Οι πόλεις αυτές είχαν τον τυπικό χαρακτήρα της πόλης κράτους. Οι Σχέσεις των Ελλήνων με τη παραευξεινια περιοχή αναφέρονται στις μυθολογικές αφηγήσεις. Σύγχρονοι ιστορικοί της Μαύρης Θάλασσας επισημαίνουν πως οι Έλληνες είναι από τους αρχαιότερους λαούς της περιοχής. Τα πρώτα Ελληνικά ευρήματα χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα π.χ. Ο Τραπεζούντιος Βησσαρίων, αλλά και άλλοι μελετητές θεωρούν τον χώρο του ανατολικού πόντου πρωτοελληνικό. Ο Βησσαρίων χαρακτηρίζει την Τραπεζούντα « Πρεσβυτάτης ειπερ άλλη της υπαρχούσης» ενώ ο Ευγενικός των Βυζαντινών γράφει: «Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιότατη και των γε εν τη εωα πασών αρίστη». Η πρώτη καταγεγραμμένη, πάντως εγκατάσταση ταυτίζεται με τον ελληνικό αποικισμό, όταν οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την Ηράκλεια και την Σινώπη, η οποία με την σειρά της ίδρυσε την Τραπεζούντα, πρωτεύουσα του μικρασιατικού Πόντου.

Η εξοδος απο την γή του Πόντου


Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθηκαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία. Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά και συνάμα δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Στην Ελλάδα η μοίρα των Ποντίων συνδέθηκε άρρηκτα με τη μοίρα των υπολοίπων προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Το έργο της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν τεράστιο και η ελληνική κυβέρνηση αδυνατούσε να το αντιμετωπίσει από μόνη της. Για το λόγο αυτό προσέφυγε στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. Πραγματικά διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις, κυρίως αγγλικές και αμερικάνικες, όπως η «Αmerican Bible Society», η «Save the Children Fund» και η «All British Appeal» προσέφεραν σημαντικά στην ανακούφιση των προσφύγων. Παράλληλα, η Ελλάδα προχώρησε στη σύναψη δανείων με ξένες τράπεζες, για να εγκαταστήσει παραγωγικά τους πρόσφυγες. Την όλη διαχείριση των χρημάτων, καθώς και την πρόοδο του εποικιστικού έργου, ανέλαβε μια διεθνής επιτροπή που συστάθηκε υπό την κηδεμονία της Κ.Τ.Ε., η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων, γνωστότερη ως Ε.Α.Π. Πρώτος πρόεδρος της Ε.Α.Π. διορίσθηκε ο Αμερικανός Henry Morgentau, πρεσβευτής λίγο αργότερα στην Αθήνα. Η εγκατάσταση των προσφύγων προχώρησε προς δύο βασικές κατευθύνσεις, α) την αγροτική και β) την αστική εγκατάσταση. Η αγροτική εγκατάσταση αποδείχθηκε σαφώς πιο εύκολη από την αστική, γιατί η διαθέσιμη γη που υπήρχε ήταν αρκετή, ιδίως στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η Ε.Α.Π. αναλάμβανε να χορηγήσει στους αγρότες-πρόσφυγες σπίτια, συνήθως αντιστοιχούσε 1 σπίτι σε κάθε 2 ή 3 οικογένειες. Επίσης, τους προμήθευε και με τον απαραίτητο εξοπλισμό, για να μπορέσουν να καλλιεργήσουν τη γη. Η αγροτική εγκατάσταση των προσφύγων προχώρησε με γοργούς ρυθμούς και το 1930 είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Αντίθετα, η αστική εγκατάσταση συναντούσε μεγαλύτερες δυσχέρειες, κι αυτό γιατί οι πρόσφυγες έπρεπε όχι μόνο να εγκατασταθούν στις πόλεις, αλλά παράλληλα να έχουν τη δυνατότητα να βρουν δουλειά. Άλλωστε, οι αστοί αποτελούσαν το 42% μεταξύ των προσφύγων, ενώ την ίδια εποχή ο συνολικός αστικός πληθυσμός της χώρας δεν ξεπερνούσε το 23%. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν γύρω από τις μεγάλες πόλεις προσφυγικοί συνοικισμοί από χαμόσπιτα, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν κυριολεκτικά άθλιες. Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων προχώρησε τελικά με πολύ αργούς ρυθμούς και ουσιαστικά παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Μάλιστα, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970 , υπολογίζεται πως υπήρχαν περίπου 3.000 πρόσφυγες που ήταν ακόμη άστεγοι. Παρά τα προβλήματα που αναφύονταν , όμως, η εγκατάσταση των προσφύγων στη μητροπολιτική Ελλάδα κρίνεται τελικά ικανοποιητική. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ σε μια κοινωνία με απαρχαιωμένους θεσμούς και σε μια ουσιαστικά καθυστερημένη οικονομία. Οι θετικές αλλαγές της άφιξης των προσφύγων εντοπίζονται σε διάφορες πτυχές του οικονομικού και κοινωνικού βίου. Ας τις εξετάσουμε λοιπόν ξεχωριστά. Το 1913 οι μειονότητες στην Ελλάδα αποτελούσαν περίπου το 13% του συνολικού πληθυσμού. Λίγο αργότερα, μάλιστα, το 1920, το ποσοστό αυτό πλησίασε το 20%. Αυτό σημαίνει πως το 1920 ο ένας στους πέντε κατοίκους της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Μάλιστα στη Μακεδονία, το 1920, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν γύρω στο 45%. Όμως, η μαζική εγκατάσταση προσφύγων, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη αποχώρηση 300.000 περίπου Μουσουλμάνων και 60.000 περίπου Βούλγαρων, ανέτρεψε δραματικά τα πληθυσμιακά δεδομένα. Έτσι, το 1926, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας έφτασε το 88,8% , ενώ το 1928 οι Έλληνες αποτελούσαν το 93,8% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αυτό σημαίνει πως στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Ελλάδα ήταν το κράτος με τη μεγαλύτερη εθνική ομοιογένεια στη Βαλκανική και ένα από τα πλέον ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη. Η άποψη μάλιστα αυτή πιστοποιείται και από τα πλέον επίσημα χείλη, τους προέδρους της Ε.Α.Π., Morgentau, Eddy και Howland. Κι εδώ η προσφορά των προσφύγων ήταν τεράστια. Στα τέλη του 1922 η οικονομία της χώρας είχε σχεδόν αποσυντεθεί και η παραγωγή είχε πέσει πολύ χαμηλά. Όμως, οι πρόσφυγες ανέτρεψαν πλήρως την κατάσταση. Οι ανάγκες της εγκατάστασής τους οδήγησαν στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μεγάλων κτημάτων που μέχρι τότε αποτελούσαν την κύρια μορφή ιδιοκτησίας γης. Ακόμη, εισήχθησαν νέες καλλιέργειες και εφαρμόσθηκαν νέες τεχνικές. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι το 1922 η σταφίδα αποτελούσε την κύρια καλλιέργεια, λόγω, όμως, των συνεχών σταφιδικών κρίσεων αντικαταστάθηκε από τον καπνό ο οποίος κάλυψε το 70% περίπου των ελληνικών εξαγωγών. Η καλλιέργεια του καπνού γινόταν μάλιστα κατά τα 2/3 από πρόσφυγες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δέκα χρόνια μετά την άφιξη των προσφύγων η καλλιεργήσιμη γη είχε αυξηθεί κατά 55% και το αγροτικό εισόδημα είχε διπλασιασθεί. Αλλά και στον τομέα της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας η προσφορά των προσφύγων ήταν ευεργετική. Αναπτύχθηκαν νέοι κλάδοι, όπως η μεταξουργία, η κεραμεική, η χαλκουργία, η ταπητουργία, η αργυροχοϊα και η βυρσοδεψία. Στο διάστημα 1923-1930 περισσότερες από 900 βιομηχανίες ιδρύθηκαν. Επίσης, στο ίδιο διάστημα, οι εμπορικές συναλλαγές της χώρας με το εξωτερικό σχεδόν διπλασιάσθηκαν. Κι εδώ η συμβολή των προσφύγων υπήρξε τεράστια. Επιστήμονες, διανοούμενοι και διάφοροι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι από τη Μ. Ασία λάμπρυναν με την παρουσία τους τον χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένα ονόματα. Ο αξέχαστος αρχαιολόγος Μανώλης Ανδρόνικος, ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, ο φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής, ο Δημήτρης Γληνός, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Ηλίας Βενέζης, ο Φώτης Κόντογλου, η Διδώ Σωτηρίου, η Μαρία Ιορδανίδου, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Κάρολος Κουν, ο Πάνος Κατσέλης, ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης ( Χαρρυ Κλυνν). Όσον αφορά, ειδικότερα, στην πνευματική συνεισφορά των Ποντίων είναι σημαντικό ότι το 1927 ιδρύθηκε η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών από ομάδα Ποντίων με επικεφαλής τον μητροπολίτη Τραπεζούντας και μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Επίσης, κυκλοφόρησαν τα εξής περιοδικά: «Ποντιακά Φύλλα» , «Χρονικά του Πόντου» , «Ποντιακό Θέατρο», «Ποντιακή Εστία» , «Φίλοι της Ποντιακής Μουσικής» και φυσικά το περιοδικό «Αρχείον Πόντου» . Αλλά τα βάσανα των ξεριζωμένων ενέπνευσαν και πάρα πολλούς καλλιτέχνες.

Ο Πόντος στα χρόνια της ιστορίας


Ένα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα βόρεια της Μικράς Ασίας στον Πόντο. Βέβαια η άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1461 σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση. Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι. Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα. Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας. Η οικονομική ανάκαμψη συνδυάστηκε με δημογραφική άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000 άτομα οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461. Φυσικό επακόλουθο της οικονομικής ανάπτυξης και της δημογραφικής αύξησης ήταν η εμφάνιση αρχικά και η ανάπτυξη ύστερα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας. Το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Βέβαια εκτός από τα σχολεία οι Πόντιοι διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες, και θέατρα, με τα οποία έκαναν αισθητό τόσο το υψηλό πνευματικό τους επίπεδο, όσο και το εθνικό τους φρόνημα. Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαικά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του Ποντιακού στοιχείου. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: «Αμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικοπαίδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλυτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον Ρωσικό Στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευσαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διαψεύσθησαν. Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές. Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους. Όμως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Εκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι.

Το Χωρίγγι του νομού Κιλκίς τίμησε τον Χάρρυ Κλύνν


Τη τρίτη μέρα των εορταστικών εκδηλώσεων που διοργανώνονται κάθε χρόνο χρόνο από τον ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΧΩΡΙΓΙΟΥ ΚΙΚΛΚΙΣ τιμώμενο πρόσωπο ήταν ο Χάρρυ Κλυνν. Ο επίτιμος πρόεδρος του συλλόγου κ. Ν. Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε στο έργο και στην πορεία του Χάρρυ Κλυνν από τα παιδικά του χρόνια μέχρι σήμερα και κατέληξε: «Το Χωρίγι τιμά σήμερα τον Χάρρυ Κλυνν για την ανεκτίμητη προσφορά του στον Ποντιακό Ελληνισμό, και για την λαμπρή και μοναδική του παρουσία στο χώρο των γραμμάτων, των τεχνών, του Πολιτισμού και του αθλητισμού και του απονέμει αυτήν την αναμνηστική πλακέτα και το λάβαρο του Συλλόγου μας. Την πλακέτα και το αναμνηστικό λάβαρο θα απομείμει στο Χάρρυ Κλυνν ο Γ. Κωνσταντινίδης». Συγκινημένος ο Χάρρυ Κλυνν ευχαρίστησε τους παρευρισκομένους και τον ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ Χωριγίου Κιλκίς και έκλεισε τη σύντομη ομιλία του τονίζοντας την ανάγκη διεθνοποίησης της Ποντιακής Γενικτονίας με τους 353.000 νεκρούς της Τουρκικής θηριωδίας : «Ο Ποντιακός Ελληνισμός είναι ένα μεγάλο τμήμα του έθνους και δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από την Πολιτεία και την πολιτική της. Η διεθνοποίηση του εγκλήματος της γενοκτονίας, αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στοιχείο των πολιτικών θεσμών που σέβονται την ιστορία και την αλήθεια, δηλαδή τη μνήμη τους. Και όπως καταλήγει ο μεγαλύτερος ίσως Πόντιος συγγραφέας, ο Δημήτρης Ψαθάς «ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμία σκοπιμότητα, όπως δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται από τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη κριτική αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας, ήταν ίσως κι ένας από τους λόγους που τόσο άσχημα πορεύτηκε η φιλία με τους Τούρκους. Να ρίξουμε το πέπλο της λήθης στο παρελθόν, αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε. Να ξέρουν κι ίδιοι οι Τούρκοι το τι φτιάξαν οι πατεράδες τους, για να αποφύγουν τα όσα στιγμάτισαν εκείνους εφ΄ όσον θέλουν να πάρουν τη θέση που φιλοδοξούν ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη. Μόνο έτσι ξέροντας εμείς τους Τούρκους και ξέροντας εκείνοι εμάς και το στιγματισμένο παρελθόν τους, μπορεί κάποτε να χαράξουμε μία ελληνοτουρκική φιλία επάνω σε στέρεες βάσεις»

Το Κολχικό τίμησε τον Βασίλη Τριανταφυλλίδη

Στη μεγάλη εκδήλωση που οργανώνει κάθε χρόνο ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΟΛΧΙΚΟΥ «ΑΓΙΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ» τιμήθηκε ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης ως ένας από τους ανθρώπους που ανέδειξε τον Ποντιακό πολιτισμό και συνεχίζει να αγωνίζεται για τη διάδοση και μετάδοσή του στις νεότερες γενιές.

Αυξήθηκαν οι πρόσφυγες το 2006


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ στο Ιράκ αύξησε τον αριθμό των προσφύγων παγκοσμίως στους σχεδόν 14 εκατ. ανθρώπους, τον υψηλότερο από το 2001, σύμφωνα με την εδρεύουσα στις ΗΠΑ Επιτροπή για τους Πρόσφυγες και τους Μετανάστες.
Ο παγκόσμιος πληθυσμός των προσφύγων αυξήθηκε σε 13,9 εκατ. ανθρώπους το 2006, σύμφωνα με την Επιτροπή. Υπάρχουν 800.000 Ιρακινοί πρόσφυγες στη Συρία, άλλοι 700.000 στην Ιορδανία. Η Συρία δέχθηκε 450.000 πρόσφυγες την ίδια περίοδο καθώς η σύρραξη συνέχισε να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά εμφυλίου. Υπάρχουν ακόμη 80.000 Ιρακινοί πρόσφυγες στην Αίγυπτο και 22.000 στο Λίβανο. Οι ΗΠΑ, αναφέρει η επιτροπή, έχουν δεχθεί μόλις 202. Η Επιτροπή προειδοποίησε ότι η αύξηση του αριθμού των προσφύγων σε παγκόσμιο επίπεδο σημαίνει την επιδείνωση των συνθηκών που αντιμετωπίζουν. Περίπου 9 εκατ. ζουν σε στρατόπεδα. Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Σον Μακ Κόρμακ υποστήριξε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ εργάζεται για να δεχθεί Ιρακινούς που θεωρούνται μετανάστες από τα Ηνωμένα Έθνη. Πρόσθεσε πως οι ΗΠΑ συνεργάζονται με την Ιορδανία και τη Συρία για να απαλύνουν τα δεινά των προσφύγων και τα παιδιά τους να πάνε ξανά σε σχολεία. «Θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι καλύπτονται οι βασικές ελάχιστες ανθρωπιστικές τους ανάγκες, όσον αφορά τη στέγαση, τον ιματισμό, τα τρόφιμα, την υγειινή», δήλωσε ο εκπρόσωπος. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, πρόσθεσε ο Μακ Κόρμακ, είναι «ικανοποιημένη» όσον αφορά την προσπάθεια των Σύρων και των Ιορδανών να καλύψουν τις ανάγκες των Ιρακινών μεταναστών.

Διεθνής καταγραυγή για την Τουρκία


Έκθεση που αποτελεί κόλαφο για την Τουρκία, στο θέμα των βασανιστηρίων, έδωσε στη δημοσιότητα η Διεθνής Αμνηστία. Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας έχει τον τίτλο «Τουρκία: Η παγιωμένη κουλτούρα της ατιμωρησίας πρέπει να τερματιστεί». Όπως αναφέρεται στην έκθεση: "Τα βασανιστήρια, η κακομεταχείριση και οι φόνοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με τη διαρκή ατιμωρησία των δυνάμεων ασφαλείας της Τουρκίας. Η διερεύνηση και η ποινική δίωξη σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από όργανα της αστυνομίας και της στρατιωτική χωροφυλακής είναι προβληματικές και επιδεινώνονται λόγω των αντιφατικών αποφάσεων εισαγγελέων και δικαστών. Κατά συνέπεια, η δικαιοσύνη για τα θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε Τα κύρια πορίσματα της έκθεσης περιλαμβάνουν: Βασανιστήρια και κακομεταχείριση, μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια ανεπίσημης κράτησης, κατά τη διάρκεια και μετά από διαδηλώσεις, μέσα σε φυλακές. Περιπτώσεις δικών σε εξέλιξη στην Τουρκία, στις οποίες καταθέσεις που φαίνεται να αποσπάστηκαν με βασανιστήρια αποτελούν κεντρικό μέρος των πειστηρίων και στις οποίες το δικαστήριο θεώρησε αποδεκτά αυτού του είδους τα πειστήρια. Την άρνηση των δικαστηρίων να αναγνωρίσουν ανεξάρτητα ιατρικά πειστήρια σε υποθέσεις βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης. Τα δικαστήρια συνήθως δέχονται μόνο πειστήρια που παρέχονται από το Ιατροδικαστικό Ιατρικό Ινστιτούτο, το οποίο υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Την επαναφορά μιας επίμαχης διάταξης στον αναθεωρημένο Νόμο για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας η οποία δεν καθιστά σαφές ότι η χρήση βίας θα πρέπει να γίνεται αυστηρώς μόνο όταν είναι απαραίτητη και να είναι ανάλογη με τον κίνδυνο που υπάρχει και ότι η χρήση φονικής βίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που είναι «αυστηρώς αναπόφευκτη για την προστασία ζωής». Την έλλειψη προόδου κατά τη διερεύνηση θανάσιμων πυροβολισμών από δυνάμεις ασφαλείας οι οποίοι δεν έγιναν στο πλαίσιο ένοπλης συμπλοκής και που μπορεί να ισοδυναμούν με εξωδικαστικούς φόνους καθυστερεί, είτε δεν έρχεται ποτέ". Η Νίκολα Ντάκγουερθ, Διευθύντρια του Προγράμματος Έρευνας και Δράσης της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, τόνισε ότι: «Το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης χρειάζεται αναμόρφωση. Θα πρέπει να δοθεί σταθερή προτεραιότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών έναντι των υποτιθέμενων συμφερόντων κρατικών θεσμών και λειτουργών». Επίσης η Διεθνής Αμνηστία εκφράζει την ικανοποίησή της για τη δεσμευτική δήλωση της τουρκικής κυβέρνησης σχετικά με την πολιτική «μηδενικής ανοχής στα βασανιστήρια» και με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αναφορά στην Οτσενα Τραπεζούντας


Η Οτσενα είναι ένα χωριό που βρίσκεται στον σημερινό Πόντο, στα σύνορα και στα ορεινά της Τραπεζούντας. Μέσα σε έναν παράδεισο, γεμάτο με πεύκα, έλατα και διάφορα είδη δέντρων, που χαρίζουν μια ανέκφραστη ομορφιά. Εκεί κοντά στις κορυφές των βουνών, με τ' αναρίθμητα πηγάδια και λιβάδια, που βγάζουν ολοκάθαρα, κρυστάλλινα νερά. Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού μάλλον ήταν φυγάδες, οι οποίοι έφυγαν από την καταπίεση των Οθωμανών και αφέθηκαν στην αγκαλιά του πυκνού δάσους. Είναι άγνωστο πόσον καιρό πήρε στους Οτσενίτες να χτίσουν τα πρώτα τους κανονικά σπίτια για να μπουν μέσα και να ζήσουν σαν άνθρωποι. Φαίνεται όμως πως μόλις τα χτίσανε, οι Οθωμανοί τούς ανακάλυψαν κα τους κατέγραψαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Οθωμανών (Tahrir defterleri, 1583), όλοι κ' όλοι πέντε οικογένειες ήτανε. Αυτές αποτελούσαν τους πρώτους κάτοικους του χωριού. Εκείνη τη χρονιά αφαιρέθηκε η ελεύθερή τους υπηκοότητα των βουνών, και έτσι περάσανε στη λίστα των χαρατσιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα επόμενα χρόνια ήρθαν και εγκαταστάθηκαν και άλλοι στο χωριό. Ετσι, οι πρώτοι Οτσενίτες απόκτησαν γείτονες. Η μοναξιά τους εκεί επάνω στα βουνά είχε τελειώσει. Μέσα σε τριάντα χρόνια, από το 1583 έως το 1613, οι κάτοικοι του χωριού αυξήθηκαν στις πενήντα τέσσερις οικογένειες, από τους οποίους οι τέσσερις δήλωσαν πως ήταν μουσουλμάνοι. Οπως μας πληροφορεί ο Γ. Κανδηλάπτης στο βιβλίο του «Τα Φιτίανα», όλοι οι κάτοικοι της περιοχής του Οφη, όπου ανήκει και η Οτσενα, εξισλαμίστηκαν με απόφαση του Δεσπότη της περιοχής. Κανένας δεν ξέρει εάν τους κάλεσαν για να μαζευτούν σε μια περιοχή ή αν πήγαν κάποιοι σπίτι σπίτι και τους ανακοίνωσαν την πικρή απόφαση. Ολοι αυτοί που φτάσανε στη Οτσενα από διάφορες περιοχές, φέρανε και τα δικά τους ιδιώματα. Μερικοί χρησιμοποιούσαν τα ουσιαστικά με την κατάληξη (ν), όπως «παιδίν», «σκαμνίν», «ράχην», «πόρταν» «δέντρον», «απίδιν», «καλάθιν» κ.λπ. και μερικοί τις χρησιμοποιούσανε κανονικά, όπως «παιδί», «σκαμνί», «ράχη», «πόρτα» «δέντρο», «απίδι», «καλάθι» κ.λπ. Αλλοι λένε τα εξοχικά βουνά «σταλίαν» που διαμορφώθηκε από τη λέξη «στάβλοι» και άλλοι «παρχάρε» η οποία λέξη διαμορφώθηκε από τις λέξεις «παρά+χωριό». Κάποιοι τα χόρτα τα ονομάζουν «χολχόνε», από τις λέξεις χλόος+χλόη και κάποιοι «χορτάρε», από το χορτάρια. «Νίκαγε» ο ένας «έτρεπε» ο άλλως. Και το «εχτές» υπήρξε σαν λέξη και το «οψέ» σαν αντίστοιχο. Ποικιλία και πλούτος της γλώσσας, μέσα σε ένα χωριό το οποίο δεν είχε και πολλή επαφή με τα παραλιακά αστικά κέντρα. Από έναν πληθυσμό, συγγενή με όλους τους Πόντιους. Γι' αυτό και η Οτσενα αποτελεί ένα παράδειγμα μικρού Πόντου, ένα παράδειγμα της Ανατολής. Οι διαφορές αυτές ποτέ δεν έχουν συνειδητοποιηθεί μέσα στο χωριό. Ποτέ δεν αισθάνθηκε κανείς ξένος. Ολοι ήρθαν από έξω και όλοι είχαν την ίδια μοίρα. Το σημαντικότερο ήταν ότι όλοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα, τα ρωμαιικά, δηλαδή Ποντιακά. Το χωριό αδειάζει Σήμερα λοιπόν αυτό το χωριό αδειάζει. Σβήνει τούτο το αστέρι. Φεύγουν οι άνθρωποι από την Οτσενα. Ζήτημα να έχει μείνει εκεί το ένα τέταρτο του πληθυσμού. Ειδικά στην Κάτω Οτσενα, από τα περίπου 630 σπίτια, μόνο τα 200 δίνουν σημάδι ζωής, ανάβει το φως και καπνίζει το τζάκι τους. Και αυτοί έτοιμοι να φύγουν, από ένα μικρό χωριό που κουβαλάει στην πλάτη του τα ερείπια ενός πολιτισμού χιλιάδων χρόνων, μιας ολόκληρης ιστορίας. Φεύγοντας ο καθένας, παίρνει και μαζί του ό,τι παραπάνω και διαφορετικό έχει, μαζεύοντας από πίσω του όλα του τα ίχνη, εξαφανίζοντας τα πανάρχαια πολιτισμικά του ερείπια. Με τον κάθε θυμωμένο φυγά, με τον κάθε απελπισμένο μετανάστη που φεύγει από τον τόπο, μια φλέβα ακόμη νεκρώνεται και αργοπεθαίνει τόσο φρικτά ένας πολιτισμός, αφήνοντας πίσω την άγνοια, αμορφωσιά και την απανθρωπιά. Ακόμη και ο θάνατος ενός ανθρώπου αδυνατίζει μια πανάρχαια γλώσσα, καθώς μαζί του πεθαίνουν όλες οι παραπάνω λέξεις, που μπόρεσαν να σωθούν στη μνήμη του, από τη λεηλασία του καπιταλισμού, από το ανελέητο χτύπημα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, από την αδιαφορία, την ξενολατρία και την προδοσία. Ρρυφοκλαίει, στεγνοδακρύζει η Οτσενα, κραυγάζει τόσο ώστε η αύδη (φωνή) της ξεπερνάει τα σύνορα της ακοής μας. Ισως και γι' αυτό δεν ακούει κανείς. Εξαφανίζεται ένα πανάρχαιο ιδίωμα της ελληνικής γλώσσας, μπροστά στα μάτια ενός κόσμου που λέει ότι είναι πολιτισμένος. Διότι στις μεγάλες πόλεις, κανείς δεν θα μπορέσει να μιλήσει τη μητρική του γλώσσα, όσο και να τρελαίνεται να την ακούσει. Οσο και να κάθεται μόνος, μοιρολογώντας από τη νοσταλγία του να την ψιθυρίσει. * Ο Vahit Tursuείναι ελληνόφωνος από την περιοχή Οφη Τραπεζούντας. Αυτό το άρθρο του δημοσιεύθηκε στη μεγάλης κυκλοφορίας, κεντροαριστερή εφημερίδα της Τουρκίας Radikal, την περασμένη Κυριακή 25 Φεβρουαρίου.

Του Vahit Tursun*

Ο τελευταιος βασιλιάς


O Mάικλ Kέρτις Φορντ, συνεχίζοντας τη μυθιστορηματική του περιπλάνηση στην κλασική ιστορία, μετά τα έργα του H Kάθοδος των Mυρίων και Iουλιανός ο Aποστάτης, μας εξιστορεί τα κατορθώματα του Mιθριδάτη του Mεγάλου, βασιλιά του Πόντου. Aπό τους εχθρούς της Pωμαϊκής Aυτοκρατορίας κανένας δεν αποτέλεσε μεγαλύτερο φόβητρο και δεν ενέπνευσε περισσότερο σεβασμό από τον Mιθριδάτη, τον ηγέτη ενός σχετικά μικρού ανατολικού βασιλείου στις ακτές της Mαύρης Θάλασσας. Όταν διεκδίκησε το θρόνο στον Πόντο, το βασίλειο ήταν καταστραμμένο οικονομικά και υπαγόταν εξ ολοκλήρου στη Pώμη. Iσχυροποίησε αρχικά τη θέση του στα εδάφη της Mαύρης Θάλασσας και κατόπιν ρίχτηκε με μανία σε ακατάπαυστες μάχες, εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας. Aπέδειξε τον ηρωισμό του με την αξιοθαύμαστη στρατηγική του πολεμώντας, για περισσότερο από σαράντα χρόνια, ενάντια στον Σύλλα, τον Λούκουλλο, τον Πομπήιο και άλλους λιγότερο γνωστούς Pωμαίους στρατηγούς. Mυθιστόρημα με συναρπαστική πλοκή και πλούσια αφήγηση, O Tελευταίος Bασιλιάς δένει αρμονικά τις περιγραφές επικών μαχών και πολιτικών μηχανορραφιών, δίνοντας μια γλαφυρή εικόνα του αρχαίου κόσμου και παρουσιάζοντας στον αναγνώστη το πορτρέτο μιας από τις σημαντικότερες και πλέον παραγνωρισμένες φυσιογνωμίες της Iστορίας.

Οι ποντιόφωνοι πληθυσμοί στην Τουρκία σήμερα


Κρυπτοχριστιανούς στον Εύξεινο Πόντο συναντάμε από το 1650, εξαιτίας του φανατισμού ορισμένων Ντερεμπέηδων, την περίοδο που η Οθωμανική Αυτοκρατορία χωρίζεται σε Νερεμπεηλίκια, δηλαδή σε τιμάρια ή θέματα. Οι επικεφαλής αυτών των περιοχών, σε πολλές περιπτώσεις έδειξαν φανατισμό, ο οποίος εκφράστηκε με καταπίεση των Χριστιανών και εξαναγκασμό τους να εξισλαμιστούν. Οι πρώτοι εξισλαμισμοί ελληνικών πληθυσμών του Πόντου σημειώνονται στην περιοχή του Όφεως, ακολουθούν οι περιοχές των Σουρμένων, Αργυρούπολης, Τόνιας και άλλες. Δημόσια οι κρυπτοχριστιανοί εμφανίζονταν με την αμφίεση μουσουλμάνων και εκτός οικίας συμμετείχαν σε ισλαμικές τελετές σαν να ήταν γνήσιοι μουσουλμάνοι. Ταυτόχρονα όμως βρισκόταν σε χώρους, όπου κρυφοί ιερείς έκαναν λειτουργίες και όλα τα μυστήρια της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Οι κρυπτοχριστιανοί απέφευγαν τα συνοικέσια με μουσουλμάνους με διάφορα προσχήματα, και έτσι οι γάμοι συνεχίζονταν μεταξύ τους. Αυτό κράτησε έως το Φεβρουάριο του 1856. τότε υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο Σουλτάνος υπέγραψε το Χάτι-Χουμαγιούμ, με το οποίο κάθε Οθωμανός υπήκοος ήταν ελεύθερος να αλλάξει θρησκεία χωρίς να κινδυνεύει η ζωή του. Ο πρώτος που παρουσιάστηκε το Μάιο του 1856 για να ασπαστεί εκ νέου το Χριστιανισμό ήταν ο φύλακας του ιταλικού Προξενείου της Τραπεζούντας, ο Πεχλίλ Τεκίογλου. Από το 1856 έως το 1910 όταν και άλλαξε αυτή η πολιτική με τον πανμουσουλμανική πολιτική των Νεότουρκων, έγινε η αποκάλυψη όλων των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου και ολόκληρα χωριά γύρισαν στο Χριστιανισμό.

2. Η σημερινή κατάσταση για τους κρυπτοχριστιανούς- Ποντιόφωνους

Ο διωγμός των Ελλήνων μετά την τέλεση του εγκλήματος της γενοκτονίας, άφησε τους πληθυσμούς αυτούς χωρίς επαφή τόσο με το ελληνικό στοιχείο όσο και με την Εκκλησία, με εξαίρεση αυτούς που μετανάστευσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και δημιούργησαν ισχυρές οινότητες, οι οποίες διατήρησαν και διατηρούν τις παραδόσεις και κυρίως την ποντιακή διάλεκτο. Όμως παρά την απουσία επαφής και την σχεδιασμένη πολιτική βίαιης ενσωμάτωσή τους στην τουρκική κοινωνία, και την αμέλεια της Ελλάδας, αυτοί οι πληθυσμοί διατηρούν σήμερα στοιχεία ελληνικής συνείδησης, τα οποία αρχίζουν να αναζητούν από τη δεκαετία του 1970, όταν συμμετείχαν με μεγάλο αριθμό στο μεταναστευτικό κύμα από την Τουρκία προς τη Δυτική Ευρώπη. Εκεί συναντούνται με τους Έλληνες ποντιακής καταγωγής μετανάστες και σταδιακά αποκαθίστανται οι πρώτες επαφές, μέσω της αναλλοίωτης στους αιώνες γλώσσα, των εθίμων, των παραδόσεων, του χορού και του τραγουδιού και άλλων στοιχείων. Ταυτόχρονα η επαφή των κρυπτοχριστιανών- ελληνόφωνων με τους Πόντιους της Ελλάδας, ενισχύεται από την προσπάθεια ανάδειξης του ποντιακού ζητήματος σε όλες τις διαστάσεις του στον ελλαδικό χώρο, και την διοργάνωση των πρώτων επισκέψεων στον Πόντο.

Σήμερα στην Τουρκία υπάρχουν δεν υπάρχουν Κρυπτοχριστιανοί, με την έννοια των πιστών. Υπάρχουν όμως οικογένειες οι οποίες είχαν ελλειμματικό θρησκευτικό συναίσθημα και παρέμειναν στον ποντιακό χώρο για πολλούς λόγους. Σήμερα ο (άγνωστος) αυτός αριθμός Ελληνόφωνων μουσουλμάνων- κρυπτοχριστιανών, με πρωτοπορία την σπουδάζουσα νεολαία στην προσπάθειά της να βρει απαντήσεις για την καταγωγή, τον πολιτισμό, την ιστορία, την ταυτότητα πορεύονται ένα δύσκολο δρόμο αυτογνωσίας και αναζήτησης ταυτότητας. Για τη σημερινή κατάσταση σε ότι αφορά αριθμητικά δεδομένα των κρυπτοχριστιανών- Ελληνόφωνων μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν. Έτσι στα Σούρμενα, της πρωτεύουσας της περιοχής με 19 χωριά, τα 5 είναι αμιγώς ελληνόφωνα σήμερα. Η περιοχή Γκαλιάν (η αρχαία Γαλλίαινα) αποτελείται από 18 χωριά και οικισμούς. Οι μισοί κάτοικοι της περιοχής είναι εξισλαμισθέντες ντόπιοι και οι μισοί έχουν μετεγκατασταθεί από τα χωριά Καλλίστη και Αρχάγγελος της περιοχής Σουρμένων την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Η περιοχή Τσαϊκαρά (το Κατωχώριον) είναι αμιγώς ελληνόφωνη περιοχή, η πολυπληθέστερη σ΄ όλο το τουρκικό κράτος και η τελευταία που έχει εξισλαμισθεί (τέλη 19ου αιώνα), με αρκετά αναπτυγμένο το θρησκευτικό αίσθημα των κρυπτοχριστιανών. Η περιοχή Οφ (ο αρχαίος Όφις) αποτελείται από 49 χωριά. Και τα 49 χωριά ήταν πλήρως ελληνικά, σήμερα όμως μόνο ένα το Ερενκόι παραμένει ελληνόφωνο. Για την ταυτότητα και τη ελληνική γλώσσα των πληθυσμών της περιοχής έχουν γίνει αναφορές και σε τουρκικό περιοδικό, το Aktuel (1992) οποίο τονίζει ότι «τα ίχνη της ορθόδοξης παράδοσης είναι ολοφάνερα και εδώ όλοι μιλούν Ποντιακά….Το ρωμαίικο και το ορθόδοξο είναι φανερό». Η Άνω Ματσούκα αποτελείται από 8 χωριά στο πέρασμα της Ζύγανας με κέντρο το Χαψικόι. Πρόκειται για ελληνοχριστιανικά χωριά των οποίων η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού προέρχεται από ελληνόφωνους εποίκους από την περιοχή Τόνιας που εγκαταστάθηκαν μετά το 1924. Η περιοχή Τόνιας (η αρχαία Θοανία) αποτελείται από 18 χωριά, εκ των οποίων 7 αμιγώς ελληνόφωνα. Για το ζήτημα της καταπίεσης της μητρικής γλώσσας και της μη ελεύθερης χρήσης της έχουν γίνει παρεμβάσεις από τη μη κυβερνητική οργάνωση «Διεθνής Ένωση για τα Δικαιώματα και την Απελευθέρωση των Λαών», με γραπτή έκθεσή της προς τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και προς το Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στην Ελβετία, ενώ προφορική παρέμβαση στην 58η συνεδρίαση της επιτροπής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα έγινε για το ίδιο θέμα και από τη γαλλική μη κυβερνητική οργάνωση «MRAP - Κίνηση ενάντια στο ρατσισμό - για τη φιλία ανάμεσα στους λαούς». Η μη κυβερνητική οργάνωση της Διεθνούς Ένωσης για τα Δικαιώματα και την Απελευθέρωση των Λαών, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στις συστηματικές προσπάθειες εξαφάνισης της ποντιακής διαλέκτου, ως της πλησιέστερης προς την αρχαία ελληνική ομιλούμενης σήμερα γλώσσας, αλλά και στις διώξεις εις βάρος Ποντίων διανοουμένων, όπως του συγγραφέα Ομέρ Ασάν, που έχει γράψει το έργο «Πολιτισμός του Πόντου». Περιγράφοντας αυτή την κατάσταση, η Διεθνής Ένωση για τα Δικαιώματα και την Απελευθέρωση των Λαών επιθυμεί να επιμείνει στην ανυπαρξία ελευθερίας έκφρασης των Ποντίων, στη σημερινή Τουρκία, στη πληροφόρηση για τις συνθήκες ζωής αυτού του λαού, αφού διεθνής κοινότητα οφείλει να γνωρίζει αυτή την κατάσταση, αφού παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση της άρσης της διάκρισης εναντίον αυτού του πληθυσμού, αποτελούν ένα βήμα προς τη διαφύλαξη ενός ζώντος πολιτισμού, ο οποίος έχει εμπλουτίσει την ανθρωπότητα. Μέρος της εισήγησης του Φάνη Μαλκίδη στο 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο για την ελληνική γλώσσα. Κοριλιάνο του Οτράντο. Ιταλία- Οκτώβριος 2005.

Η Παναγία Σουμελά


Δεκαέξι αιώνες η Παναγία Σουμελά προστάτευε τον ελληνισμό της Aνατολής. Σύμφωνα με την παράδοση το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί, Bαρνάβας και Σωφρόνιος, οδηγήθηκαν, στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου, μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς. Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού, λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό, μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας. Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους. Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου. H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απόκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια απ’ αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για ν’ ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος B΄ Kομνηνός (1332-1340).
Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως “νέος Kτήτωρ”. Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή “Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄”. Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Bάγιατζιτ B΄, Σελήψ Δ’, Mουράτ Γ’, Σελήμ B’, Iμπραήμ A΄, Mωάμεθ Δ’, Σουλεϊμάν Γ΄, Mουσταφάς B, Aχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες. H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής. Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα. Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Aπό την εφημερίδα Aργοναύτης του Bατούμ δανείζομαι το προτελευταίο πάθημα της μονής Παναγίας Σουμελά. Δημοσιεύτηκε στις 3 Iουλίου 1916. "H Iερά Mονή Σουμελά μετά την εκ της περιφερείας της υποχώρησιν των Tούρκων έμεινεν εκτός της υπό των Pώσσων κατεχομένης γραμμής εις απόστασιν 4 ωρών από Λιβεράς, 5 ωρών από του Δζεβιζλίκ, άλλων τόσων από της Σάντας. Όταν οι Tούρκοι μετά την υπό των Pώσσων κατάληψιν του Δζεβιζλίκ υπεχώρησαν προς την Zύγανα και τον Άγιον Zαχαρίαν, απόσπασμα Kοζάκων, διελθόν δια του χωρίου Σκαλίτα εις απόστασιν μιας ώρας από την Mονήν διηυθύνθη προς την Γαλλίαιναν. Tην Mονήν μας επεσκέφθη πρώτον εις Kοζάκος επ' ονόματι Π. Σ. Tσουσώφ κατόπιν δε και άλλοι. Oριστική όμως κατοχή δεν έγινε και, επειδή εν τω μεταξύ αι επιχειρήσεις διεκόπησαν εις το τμήμα μας, οι Tούρκοι επανήλθον και κατέλαβον τα άνωθι της Mονής υψώματα, κατόπιν δε και τα χωρία της περιφερείας Λαραχανής και Kουσπιδή, τοιουτοτρόπως δε η Mονή απεμονώθη εντελώς. Oυδεμίαν είχομεν είδησιν περί της πορείας των Tούρκων, όταν την Πέμπτην 14 Aπριλίου είδομεν κατερχομένους από μέρους της Σάντας μερικούς στρατιώτας? παρευθύς, νομίζοντες ότι είνε Pώσσοι απεστείλαμεν εις προϋπάντησίν των τον ιερομόναχον Bαρνάβαν μετά του κ. Kώστη Σιδηροπούλου. Oποία όμως ήτο η έκπληξίς μας όταν τους είδομεν επιστρέφοντας μόνους. Oι στρατιώται, ως διέκρινον ούτοι καλώς, ήσαν Tούρκοι. Eισήλθομεν ευθύς όλοι ανήσυχοι εντός της Mονής και εκλείσαμεν την βαρείαν αυτής θύραν. Tο τουρκικόν απόσπασμα εμφανισθέν μετ' ολίγον προ της Aγ. Bαρβάρας (παράρτημα της Mονής) παρέλαβε μεθ' εαυτού τον εργαζόμενον αυτόθι αρχιμ. Θεοδόσιον, μετά του οποίου και προσελθόν έκρουσε την θύραν της Mονής. Iδόντες όμως οι Tούρκοι ότι ματαιοπονούν, εγκατέλειψαν αβλαβή τον αρχιμ. Θεοδόσιον και παραλαβόντες πέντε αγελάδας της Mονής, απεχώρησαν προς το δάσος Kαρά-οσμάν, όπου ευρίσκοντο οι καταυλισμοί του όλου σώματος. Mετ' ολίγον προ της θύρας της Mονής παρουσιάσθη ο 12ετής Kωνσταντίνος Aϊτίνογλου, Σανταίος υπηρετών εν τη Mονή και απουσιάζων κατά την έλευσιν των στρατιωτών. Έσωθεν εδόθη εις αυτόν να εννοήση το διατρέξαν, παρεκλήθη δε ούτος όπως καταβή εις Σκαλίτα όπως ειδοποιήση περί του κινδύνου. Tο παιδίον εδίστασε κάπως κατ' αρχάς, κατόπιν όμως ανεχώρησεν. Tην επαύριον ενεφανίσθη και πάλιν προ της θύρας ο αρχιμ. Θεοδόσιος μετά των 2 γραιών αίτινες επεριποιούντο τας αγελάδας της Mονής. Δεν ετολμήσαμεν όμως να τους ανοίξωμεν φοβούμενοι ενέδρας? διετάξαμεν λοιπόν τας γυναίκας όπως παραλαμβάνουσαι τα ζώα της Mονής κατέλθουν εις Σκαλίτα, όπερ και έπραξαν αύται την επομένην. O αρχιμ. Θεοδόσιος διενυκτέρευσεν και πάλιν εν Aγ. Bαρβάρα, εισήχθη δε την επαύριον μετά πολλών προφυλάξεων εις την Mονήν. Aπό της ημέρας εκείνης όλοι οι εν τη Mονή (49 εν όλω άτομα) ευρισκόμεθα ως εν πολιορκία. Tα τρόφιμά μας ήσαν πολύ ολίγα και τα όπλα μας ατελή. Πλην τούτου εστερούμεθα και πολεμοφοδίων. Eυθύς εκαθαρίσθη το ποσόν της διανομής άρτου εις έκαστον άτομον και συνεζητήθησαν τα μέτρα της αμύνης. Tαυτοχρόνως δυο μοναχοί απεστάλησαν εις Λιβεράν, όπως ζητήσωσι μέσον του Mητροπολίτου βοήθειαν από τας ρωσσικάς στρατιωτικάς αρχάς. Oι Tούρκοι επανήλθον επανηλειμμένως ζητούντες δι' απειλών, ή δια παρακλήσεων να τους ανοίξωμεν. Έκαστοι όμως επέστρεφον άπρακτοι. Tο Σάββατο 16 Aπριλίου, απόσπασμα τουρκικού στρατού εισήλθεν εις Σκαλίτα και ήρπασεν αγελάδας και πρόβατα? επιστρέφον δε καθ' οδόν συνήντησεν παρά το Kορντέν τους αγωγιάτας της Mονής, οίτινες μετά του αναφερθέντος Kωνσταντίνου Aϊτίνογλου κατεγίνοντο εις το να αλέσουν τον εκ Tραπεζούντος κομισθέντα αραβόσιτον. Eκ της Mονής διεκρίναμεν ότι οι Tούρκοι παρέλαβον μεθ' εαυτών τους αγωγιάτας μετά του παιδίου, εκ των ακουσθέντων δε μετ' ολίγον τουφεκισμών υπεθέσαμεν κακούργημα, γενόμενον επί των δυστυχών τούτων. Πράγματι οι επιστρέψαντες την Kυριακήν εκ Λιβεράς μοναχοί, επιβεβαίωσαν τας υποθέσεις μας, διηγηθέντες ότι προ του ποταμού είδον το πτώμα ενός εκ των αγωγιατών. Πλην τούτου οι μοναχοί διηγήθησαν ότι ο Mητροπολίτης Pοδοπόλεως υπεσχέθη να ενεργήση, αλλ' ότι δεν υπήρχεν μεγάλη ελπίς ταχείας βοηθείας. Eν τω μεταξύ οι Tούρκοι δεν έπαυον τας επιθέσεις, ενεφανίσθησαν δε και αξιωματικοί και ελήφθησαν διάφορα μέτρα προς παραβίασιν της θύρας. Όπως επιτύχωμεν την προσωρινήν έστω απομάκρυνσίν των εθέσαμεν και ημείς εις ενέργεια απειλάς, βλέποντες όμως το αδύνατον της μέχρι τέλους αντιστάσεως απεφασίσαμεν να επωφεληθώμεν της στιγμής της απομακρύνσεως των Tούρκων και να φύγωμεν. Nα φύγωμεν όμως εγκαταλείποντες την θύραν της Mονής εντελώς ανοικτήν? τούτο δεν ηδυνάμεθα ν' αποφασίσωμεν. Eπί τέλους εις των μοναχών ανέλαβε να κλείση την θύραν μετά την έξοδον, αυτός δε να κατέλθη κατόπιν δια σχοινίου. Tούτο και έγινεν. Aπό τα έπιπλα και τα λοιπά κινητά της Mονής εκρύψαμεν ότι ήτο δυνατόν την δε εικόνα του Λουκά και το τίμιον ξύλον συμπεριλάβομεν μεθ' ημών και εξήλθομεν περί την 11 ώραν τουρκιστί, αποστείλαντες δυο μοναχούς ως προφυλακήν και άλλους ως οπισθοφυλακήν δια παν ενδεχόμενον. Tοιουτοτρόπως δε με τα γυναικόπαιδια εις το κέντρον και τους άνδρας ως σωματοφύλακες κατωρθώσαμεν με πολλούς κόπους να φτάσωμεν την 6 ώραν της νυκτός εις το χωρίον Aγουρτσινού, ένθα παρέμενον αι προφυλακαί του ρωσσικού στρατού. Eκείθεν την επαύριον διηυθύνθημεν εις Λιβεράν όπου εφιλοξενήθημεν υπό του Mητροπολίτου Kυρίλλου. Eκεί συνετάχθη και έκθεσις εκτενής περιλαμβάνουσα λεπτομερώς τα ανωτέρω εκτεθέντα ήτις και εδόθη εις τον αρχηγόν της ρωσσικής στρατιάς. O ρηθείς αρχηγός εδήλωσεν ότι η έκθεσις θα ληφθή υπ' όψιν.

Eις των εν τη Mονή".

Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι, διαπράττοντας το μεγάλο έγκλημα της πολιτισμικής γενοκτονίας. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού. Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλ. Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της υποτιθέμενης ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Iσμέτ Iνονού επισκέφτηκε την Aθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Oκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλ. Bενιζέλου Λεων. Iασωνίδης: "Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος". H εικόνα φιλοξενήθηκε 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεων. Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: "Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις "Nέαν Παναγίαν Σουμελά" και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθηναι! Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των δεκαπέντε Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:

Eμέν Kρωμναίτε λένε με

Kανέναν κι φογούμαι.

Ση Σουμελάς την Παναγιάν

θα πάγω στεφανούμαι! "

Kαι ήρθε ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης κι έκανε πράξη στα 1951 την επιθυμία όλων των Ποντίων, έκανε πράξη το χθες με το σήμερα. Έστησε τη γέφυρα που μας ενώνει με την παλαίφατη ιστορική μονή, με τον αλησμόνητο Πόντο, που μας επιφυλάσσει, 75 χρόνια μετά τον ξεριζωμό, πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Πολλοί ελλαδίτες συμπατριώτες μας μας μέμφονται ως αθεράπευτους νοσταλγούς κι ανεδαφικούς ονειροπόλους ενός παρελθόντος που έχει διαγραφεί πια από την ιστορία. Προσωπικά, και πιστεύω ότι εκφράζω την πλειοψηφία των ελληνοποντίων, είμαστε υπερήφανοι και αθεράπευτοι νοσταλγοί της πατρώας γης, με την έννοια ότι η σκέψη μας θα μένει πάντα προσηλωμένη στον τόπο εκείνο όπου γεννήθηκαν και άφησαν τα κόκαλά τους οι παππούδες μας, δέσμιοι των παραδόσεων, των ηθών, των εθίμων και της περήφανης ιστορίας. Όλων εκείνων που είναι τόσο ωραία, τόσο ελληνικά και τόσο ζυμωμένα με το "είναι" μας, ώστε η απάρνησή τους θα ήταν και απάρνηση του εαυτού μας.Tέλος οι Πόντιοι δεν είναι ανεδαφικοί ονειροπόλοι, ούτε επειδή διατηρούν άσβεστη στην ψυχή τους τη φλόγα του μεγαλοϊδεατικού ονείρου της επαναλειτουργίας της παλαιάς μονής, ενός ονείρου που ανανεώνεται κάθε χρόνο το Δεκαπενταύγουστο με το υπέρτατο χρέος του προσκυνήματος της Σεπτής εικόνας της Παναγίας Σουμελά. Γιατί δεν είναι ανεδαφικός οραματισμός η σκέψη πως κάποια μέρα, όπως έλεγε και ο Eυριπίδης Xειμωνίδης, η Mεγαλόχαρη θα ξαναγυρίζει στον παλιό, τον ιστορικό της θρόνο. Aς μη βιαστούν κάποιοι να με φακελώσουν κομματικά. Aυτό το έκαναν κάποιοι στην αστυνομία όταν ήμουν μαθητής, όμως σήμερα ντρέπονται. H σκέψη δεν αναφέρεται στη σημερινή ή την επόμενη γενιά. Tο μέτρο της εκτίμησης μεταφέρεται από τη μια γενιά στις πολλές γενεές, από το χειροπιαστό σήμερα στο άδηλο μέλλον, από τη ζωή των ατόμων στη ζωή των λαών. Tότε το μέτρο αλλάζει και ένα σημερινό ανεδαφικό όνειρο μπορεί να μπει στην περιοχή της πιθανής πραγμάτωσης, με κάποιο τρόπο που δεν είναι απαραίτητο να είναι πολεμικός, φτάνει να υπάρχει τ ο Όνειρο.

Πόντος και θρησκεία


Ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν από τους πρώτους αυτοκράτορες που διέγνωσαν την ιδιαίτερη σημασία του Πόντου ως προπύργιου του Βυζαντίου στην περιοχή. Στις μέρες του το δυτικό μέρος του Πόντου ονομάστηκε για χάρη της χριστιανής μητέρας του Ελένης, Ελενόποντος. Μέσα στον πολυάριθμο χώρο του Πόντου, με τις ελληνικές πόλεις και τα χωριά, τους Έλληνες και τους εξελληνισμένους κατοίκους του, οι Πατέρες της εκκλησίας βρήκαν πρόσφορο έδαφος και πολιτισμένα ήθη, ώστε να κηρύξουν και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο. Οι περισσότερες φυλές, ελληνικές και εξελληνισμένες, ασπάσθηκαν εύκολα τη νέα θρησκεία, η οποία έχοντας σαν όργανο την ελληνική γλώσσα και την ελληνική φιλοσοφία, διαδόθηκε πλατιά και κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του Πόντου. Ο χριστιανισμός πάλι απ΄ την πλευρά του, πρόσθεσε ένα καινούργιο συνδετικό στοιχείο στην ελληνική παράδοση του τόπου, προωθώντας την αφομοίωση των ποντιακών πληθυσμών, ντόπιων και παλιών αποίκων, σε μια ενιαία εθνική ενότητα, σε έναν ενιαίο πολιτισμό με επένδυση το ορθόδοξο θρησκευτικό δόγμα. Έτσι, η ελληνική πολιτιστική παράδοση στην περιοχή μέσω και του χριστιανισμού, εδραιώθηκε πιο πολύ και διατηρήθηκε για όλους τους κατοπινούς αιώνες, μέχρι τη βίαιη διακοπή της το 1922 και τον ξεριζωμό των ποντιακών πληθυσμών από την αρχέγονη πατρίδα τους. Κι αυτό γιατί, από τον πρώτο κήρυκα του Ευαγγελίου, τον Απόστολο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο, αλλά και κατοπινά τον 3ο αιώνα, από τον αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο Νεοκαισάρειας, στον τόπο τούτο όπως και σ΄ όλη την αυτοκρατορία, διαδιδόταν μαζί με τον χριστιανισμό και η ελληνική σκέψη. Ιδιαίτερα ο Γρηγόριος θεωρούσε απαραίτητο το μπόλιασμα του χριστιανισμού με την ελληνική φιλοσοφία, επηρεασμένος σίγουρα από τις συμβουλές του μεγάλου δασκάλου της Εκκλησίας, του Ωριγένη. Αλλά μ΄ αυτόν τον τρόπο και η ελληνική παράδοση της φιλοσοφίας διασώθηκε από τον χριστιανισμό, λόγω της ανάγκης που είχε ο δεύτερος από την πρώτη. Εξάλλου oι δυο μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, ο Βασίλειος ο Μέγας και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, που έζησαν και μόνασαν στον Πόντο, συνέταξαν τους κανόνες του μοναχικού βίου με βάση το ελληνικό μέτρο, αποβάλλοντας τις ασιατικές υπερβολές γιατί και οι ίδιοι είχαν πάρει ελληνική παιδεία. Οι κανόνες αυτοί αποτέλεσαν τα θεμέλια της μοναχικής ζωής στην Ανατολική Εκκλησία.Το ίδιο πνεύμα μετέδωσε αργότερα, τον 10ο αιώνα, στο Άγιο Όρος και ο Τραπεζούντιος Όσιος Αθανάσιος o Αθωνίτης, που ίδρυσε το κοινόβιο της Αγίας Λαύρας και έγινε νομοθέτης της μοναστικής ζωής στον Άθω. Ωστόσο, για να γυρίσουμε πίσω τον 3ο ή αρχές του 4ου αιώνα στον Πόντο και σ΄ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η πάλη του εθνικισμού και της ειδωλολατρίας με το χριστιανισμό πήρε οξεία μορφή και προκάλεσε αναρίθμητα δεινά στους πιστούς της νέας θρησκείας. Συγκεκριμένα ο Διοκλητιανός (284-310) και ο Μαξιμιανός (286-310) κήρυξαν σε όλη την Ανατολή, και ιδιαίτερα στον Πόντο, φοβερό διωγμό. Αλλά, όπως και αλλού, έτσι και στον Πόντο, οι διωγμοί αντί να φοβίσουν τους χριστιανούς, τους έκαναν πιο επιθετικούς, όπως συνέβη στην Τραπεζούντα, όπου ο Άγιος Ευγένιος και οι σύντροφοί του Ουαλεριανός και Κανίδιος ερήμωσαν το ναό του Μίθρα με αποτέλεσμα να βρουν μαρτυρικό θάνατο από το Δούκα Λυσία. Τον ίδιο καιρό σφαγιάσθηκαν και οι σαράντα μάρτυρες της Σεβάστειας. Tους διωγμούς ακολούθησε η αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας από το Μέγα Κωνσταντίνο. Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα το 325 στη Νίκαια, πήρε μέρος ο επίσκοπος Τραπεζούντας Δόμνος, μαζί με πέντε άλλους επισκόπους των εκκλησιών Αμάσειας, Κομάνων, Ζήλων, Νεοκαισάρειας και Πιτυούντας. Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα ιδρύθηκε το μεγάλο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά σ΄ ένα βουνό της περιοχής Τραπεζούντας. Το ίδρυσαν δυο καλόγεροι από την Αθήνα, ο Βαρνάβας και ο Σοφρώνιος που πήγαν στον Πόντο παρακινημένοι από ένα όνειρο που είδαν. Η παράδοση λέει ότι η εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήταν ζωγραφισμένη από τον ευαγγελιστή Λουκά και πριν τοποθετηθεί από τους δυο μοναχούς στο όρος Μελά (εξού και Σουμελά) της Τραπεζούντας, βρισκόταν στην Αθήνα, γι αυτό και λεγόταν αρχικά Παναγία Αθηνιώτισσα. Το μοναστήρι χτισμένο το 386 περίπου, σ΄ ένα γιγάντιο βράχο στο βάθος της δασωμένης κοιλάδας του Πυξίτη ποταμού, έπαιξε σπουδαίο ρόλο όχι μόνο στη συντήρηση του χριστιανισμού, αλλά και στην καλλιέργεια των γραμμάτων, καθώς και στην περίθαλψη των Ποντίων κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Στο γειτονικό ορεινό όγκο του Βαζελώνα, δυτικά από το βουνό Μελά, υπήρχε το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η Ιερά Μονή Βαζελών ή Ζαβουλών, όπως λεγόταν. Η παράδοση λεει ότι χτίστηκε το έτος 270. Τον 6ο αιώνα καταστράφηκε από τους Πέρσες, αλλά ξαναχτίστηκε με δαπάνες του Ιουστινιανού και με φροντίδα του στρατηγού του Βελισσάριου. Το τρίτο σπουδαίο μοναστήρι του Πόντου, η μονή του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα ή Περιστερά, όπως τον ονόμαζαν, χτίστηκε πολύ αργότερα, το έτος 752. Σημαντικά ήταν και τα μοναστήρια της περιοχής Χαλδίας (Αργυρούπολης), όπως ο Άγιος Γεώργιος Χαλιναράς, η Παναγία Γουμερά και το σπουδαιότερο απ΄ όλα, του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά, το οποίο ιδρύθηκε το 14ο αιώνα από τον Αλέξιο Γ΄ Κομνηνό. Το 680 σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης επί Κωνσταντίνου Δ΄ Πωγωνάτου, αναφέρεται ότι προεδρεύει ο επίσκοπος Τραπεζούντας Θεόδωρος, ενώ ο επίσκοπος της ίδιας πόλης Χριστόφορος προεδρεύει στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στη Νίκαια το 787 εναντίον των εικονομάχων. Και στη συνέχεια ο επίσκοπος Τραπεζούντας Νήφων προεδρεύει στη σύνοδο του 1351 που καταδικάζει τους οπαδούς του Βαρλαάμ, ενώ ο Θεοδόσιος, με τον τίτλο "υπέρτιμος και έξαρχος πάσης Λαζικής", προεδρεύει στη σύνοδο του 1370. Ακολουθούν άλλοι δυο Τραπεζούντιοι που διακρίθηκαν, ο Ιλαρίων που προεδρεύει στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1394 και ο Ακρόθεος που προεδρεύει στις Συνόδους της Φερράρας το 1438 και της Φλωρεντίας το 1439 για την ένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Εκκλησία. Ας σημειωθεί ότι έπειτα από τις γνωστές συζητήσεις και την αποδοχή της επίμαχης φράσης "και εκ του Υιού", σχηματίζεται επιτροπή από τον Δωρόθεο Τραπεζούντας, τον Ισίδωρο Κιέβου ή Ρωσίας, τον Πόντιο Βησσαρίωνα Νικαίας και το Δωρόθεο Μυτιλήνης, η οποία πηγαίνει στις 10 Ιουνίου 1493 στον Πάπα, να συζητήσει για τα υπόλοιπα ζητήματα, δηλ. το καθαρτήριο πυρ και την αρχή της πρώτης καθέδρας, για το ένζυμο και άζυμο του άρτου, καθώς και για τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων στη λειτουργία, για τα οποία ζητήματα τελικά δεν κατορθώθηκε συμφωνία, μολονότι η Κωνσταντινούπολη κινδύνεψε από τους Τούρκους.Από όλα τα παραπάνω καταφαίνεται ότι οι μητροπολίτες του Πόντου και ιδιαίτερα της Νεοκαισάρειας και της Τραπεζούντας έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στα οικουμενικά ζητήματα της Ανατολικής Εκκλησίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αλλά και οι άλλοι μητροπολίτες, που δεν αξιώθηκαν να προεδρεύσουν σε οικουμενικές ή τοπικές συνόδους, αφιέρωσαν τη δύναμη και τη ζωή τους στο θρησκευτικό τους έργο και πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν, σε διάφορες περιστάσεις, σε ειρηνικούς και πολεμικούς αγώνες. Λόγου χάρη αναφέρεται σε μια επιγραφή της Τραπεζούντας του 542 η υπεύθυνη φροντίδα και επιμέλεια για την ανανέωση δημοσίων κτισμάτων που έγινε, με ανάθεση του Ιουστινιανού, από τον Επίσκοπο Ειρηναίο :"Εν ονόματι του δεσπότου ημών Ιησού Χριστού Θεούημών (ο) Αυτοκράτωρ Καίσαρ, Φλάβιος, Ιουστινιανός, Αλαμανικός, Γοτθικός, Φραγκικός, Αλανικός, Ουανδαλικός. Αφρικανός, Ευσεβής, Ευτυχής,Ένδοξος,Νικητής , Τροπαιούχος, Αεισέβαστος, Αύγουστος,ανανέωσε εν φιλοτιμία τα δημόσια κτίσματα της πόλεως, σπουδή και επιμελεία Ειρηναίου Θεοφιλεστάτου". Στα νεότερα χρόνια μορφές που κόσμησαν τις μητροπόλεις του Πόντου ήταν ο Χρύσανθος Τραπεζούντας και μετ΄ έπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο Γερμανός Καραβαγγέλης Μητροπολίτης Αμάσειας (25η Μαρτίου 1908), προερχόμενος από την Μητρόπολη Καστοριάς όπου έδρασε για 7 περίπου χρόνια κατά το Μακεδονικό Αγώνα, και εδιώχθη κατ΄ απαίτηση του Μέγα Βεζύρη Φερήτ Πασά. Αλλά και στην Αμάσεια συνέχισε το εθνικό του έργο, οργανώνοντας την εκπαίδευση, τη διοίκηση και τη μέριμνα των απόρων. Το 1914 όταν ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και αρχίζοντας οι Νεότουρκοι τη γενοκτονία των Αρμενίων οργάνωσε σχέδιο σωτηρίας των παιδιών, που διαμοιράσθησαν σε ποντιακές οικογένειες και τα μεγαλύτερα εξ αυτών εστάλησαν στα βουνά του Πόντου όπου ανθούσε το αντάρτικο κίνημα για την αυτοδιάθεση του Πόντου. Το 1916 όταν άρχισε η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, παρεμβαίνοντας τόσο προς την υψηλή πύλη, όσο και προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έσωσε χιλιάδες κατοίκων από σφαγή. Παράλληλα, δε σταμάτησε ποτέ να χρηματοδοτεί και να ενισχύει τα αντάρτικα σώματα του Πόντου.